Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Γιούργια στη γιορτή!


του Στάθη

«Τι έχεις, Κωνσταντίνε μου, και λιβανιές μυρίζεις;» (απ’ το «Τραγούδι του Νεκρού Αδερφού») τραγουδήθηκε σε όλες τις βαλκανικές γλώσσες κι ακόμα στα αρμένικα, τα τουρκικά και σ’ άλλες λαλιές.
Απ’ το ίδιο του το πένθος γεννήθηκε ο νέος ελληνισμός. Από το σοκ της πρώτης Άλωσης, το 1204, οι Ρωμιοί βγήκαν αλαφιασμένοι με την (αυτονόητη ρωμαϊκή) θεϊκή τάξη των πραγμάτων γύρω τους να καταρρέει. Έλληνες τους έλεγαν όλοι οι άλλοι, Έλληνες άρχισαν πάλι να ονομάζουν τον εαυτόν τους κι ορισμένοι εξ αυτών. «Έλληνες εσμέν, καθώς η γλώσσα και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί» έλεγε ο Πλήθωνας, αλλά ο πολύς λαός δεν καταλάβαινε από «πρώιμο βυζαντινό ανθρωπισμό», όπως τον αποκαλούμε σήμερα. Τη Ρωμανία αγάπαγε και η Ρωμανία χανόταν. «Σάπιος ο θρόνος των Καισάρων» και η καμαρίλα της Πόλης διάλεγε αφέντες, τιάρα παπική ή φακιόλι τούρκικο. Λίγοι οι εύψυχοι ευγενείς κι αδύναμος ο πολύς λαός, περίμεναν κισμέτ τη μοίρα τους, «την τιμωρία τους για τις αμαρτίες τους». Οργίαζαν οι Ησυχαστές, κόπηκαν τα λείψανα της παλιά ισχύος σε ενωτικούς κι ανθενωτικούς, όλα πέθαιναν πλην απ’ τα γράμματα (η Παλαιολόγεια Αναγέννηση), ώσπου η Πόλη έπεσε, ο Πόντος έπεσε και η Τουρκιά απλώθηκε στη μισή Ελλάδα - την άλλη μισή τη βάσταγαν οι Βενετοί.
Μαύρα χρόνια. Του Τούρκου το σπαθί έγινε ο Νόμος. Δίκαζε ποιος ζει και ποιος πεθαίνει, ποιανού του αρπάζουν τα παιδιά, ποιανού τη γυναίκα, ποιανού το βιος. Κάποιοι τούρκευαν για να γλιτώσουν, κι άλλους δεν τους άφηναν οι Τούρκοι να αλλαξοπιστήσουν, προκειμένου να μαζεύουν φόρους γκιαούρηδων απ’ τους ραγιάδες.
Κι άλλοι δεν τούρκευαν με τίποτα. Ούτε με ταξίματα, ούτε με βάσανα. Έκοβαν κεφάλια οι Οθωμανοί και τα παλούκωναν, έφεγγαν σαν κεράκια μέσα στη νύχτα οι νεομάρτυρες, παλουκωμένο ολοκαύτωμα και η κάρα του Σκυλόσοφου στα Γιάννενα στον πιο σκοτεινό καιρό της κατοχής. Έφευγαν παλικάρια απ’ τα χωριά και τις μαραζωμένες πόλεις και πήγαιναν μισθοφόροι στη Δύση: «Έλληνες Στρατιώται», περιζήτητοι απ’ τα αφεντικά και τους τυχοδιώκτες, αργότερα κι απ’ τις βασιλικές αυλές. Αλλα παλικάρια έβγαιναν αντάρτες στα βουνά, «κλέφτες», και ή έμεναν κλέφτες ή διαπραγματεύονταν (με το σπαθί τους πλέον) με Τούρκους αρματολίκια.
Όμως ο πολύς λαός έμενε σκυφτός, τσοπάνης και ψαράς, γεωργός και υπηρέτης. Λίγα ήξερε, μέσα στο πένθος του ζούσε, κάτι για περασμένα μεγαλεία άκουγε για το Γένος απ’ το στόμα της γιαγιάς, για τον μαρμαρωμένο βασιλιά και κάτι μουρμούρες του παπά που έψελνε ένρινα και μονότονα την πίστη, την κοινότητα, τους θρύλους και τα θαύματα -ό,τι είχε απομείνει από «τον ένδοξό μας βυζαντινισμό»- συν πέντε κολλυβογράμματα μερικοί, για να μπορούν να διαβάζονται στην εκκλησιά τα Ευαγγέλια.
Οι Τούρκοι είναι φίλοι μας, έλεγαν οι Προεστοί. Και πάχαιναν. Κι όσες βυζαντινές μεγαλοοικογένειες είχαν απομείνει στην Πόλη, δραγουμάνοι και μπιστικοί των Οθωμανών την έβγαζαν, ώσπου να κάνουν τη στραβή και να τους φάει το σκοτάδι. Σ’ αυτό το πιο βαθύ σκοτάδι της σκλαβιάς, οι Έλληνες ζούσαν αλλού: στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας, στη φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου, στη Μόσχα -πολλοί εκεί οι Γραικοί δάσκαλοι- στο κίνημα του Ανθρωπισμού που άρχισε να ανθεί στη Δύση, στον Ελ Γκρέκο και τις ζωγραφιές του, στα αρχαία χαλάσματα. Μα πάνω απ’ όλα ζούσαν στη ελληνική λαλιά, λόγια και δημώδη. Μια λαλιά που δεν σταμάτησε να γράφεται και να ομιλείται ποτέ. Μια Βαβέλ από ελληνικά. Η Αθήνα ζούσε μέσα στον Ερωτόκριτο, και τα βάσανα του Γένους -οι χαρές του, οι λύπες του, η μνήμη του- μέσα στα δημοτικά τραγούδια. Και η ρωμιοσύνη σκιρτούσε και σάλευε, μέσα σε κατοχή, σε πολέμους κι εξεγέρσεις, μέσα σε μπαρούτια και σε κλάματα. Έναν Γραικό χάλαγε το τούρκικο σπαθί, δυο αγύριστα κεφάλια ξεφύτρωναν στη θέση του. Παιδιά του πένθους και της αντίστασης. 

 
Όπου ζούσαν Ρωμιοί -Έλληνες τους έλεγαν οι άλλοι- εκτός Τουρκιάς, πήραν κι ανθούσαν. Έμποροι, να μάθουν τα παιδιά γράμματα, να κρατήσουν τη δουλειά, παροικίες παντού, Αλεξάνδρεια, Τεργέστη, Οδησσός, Βιέννη. Μάθαιναν οι σκλαβωμένοι για τα καζάντια των ξενιτεμένων, αναθάρρευαν, έβγαιναν κι αυτοί στο ντορό, άλλοι πειρατές, άλλοι μπακαλόγατοι στα μεγάλα εμπορικά της φάρας τους, ένας θείος εδώ, άλλος συγγενής αλλού. Στην Ευρώπη επαναστάσεις, ρούφαγε βαβούρα το ρωμαίικο, φθάνανε και κάτι πουγκιά χρυσάφι απ’ τους ξενιτεμένους, φθάνανε και Ευρωπαίοι περιηγητές να χαζέψουν, να θαυμάσουν (και να κλέψουν) μάρμαρα απ’ τα χαλάσματα, κάτι τον έτρωγε τον βοσκό, σήκωνε κεφάλι, του το έπαιρναν οι Τούρκοι. Τραγουδούσε ο ρομαντισμός στην Ευρώπη για τους Έλληνες, πήγαιναν αυτοί του θανατά στα Ορλωφικά, ξεγελασμένοι κι αμετανόητοι συνέχιζαν, έσπαγαν τον αποκλεισμό των Άγγλων στον Ναπολέοντα, τράνεψαν.
Μέτραγαν τα σπαθιά τους, μέτραγαν και τα φλουριά τους. Πατρίδα δεν είχαν. Μόνον τούρκικο ντοβλέτι, στον χαβά του, να σφάζει, ν’ αρπάζει και να μαγαρίζει! Φωτιά στη φωτιά, στα ίσα με τους πασάδες οι χριστιανοί. Πατριδογνωσία ο Ρήγας, να οι Έλληνες, να οι Αρβανίτες, να οι Βούλγαροι, να οι Σέρβοι, ιδού ακόμα και οι Τούρκοι, όλοι ενάντια στον Δυνάστη. Ο φτωχός ενάντια στον Δυνατό. Οθωμανό ή κοτζαμπάση. Για την ελευθερία, το δίκιο, το βιος, την πίστη, τη φώτιση των γραμμάτων. Ο Μεγαλέξαντρος και η Γαλλική Επανάσταση μαζί. Με τις ευλογίες του απροσκύνητου παπά και την οργάνωση της Φιλικής Εταιρείας. Και το Γένος ξεσηκώθηκε για πολλοστή φορά, μόνον που τώρα πια όλη η προίκα που μάζευε στα χρόνια της σκλαβιάς ήρθε κι έδεσε.
Θηρία βγήκαν απ’ τα σπλάχνα της υπομονής, της νοσταλγίας και της ελπίδας για το μέλλον, θεριά - ο Κολοκοτρώνης να κράζει «ωρέ Έλληνες», ο Διάκος σφαχτάρι, ο δημεγέρτης Παπαφλέσσας, ο αφοσιωμένος Υψηλάντης, η φλεγόμενη Μπουμπουλίνα, ο Οδυσσεύς .Ανδρούτσος, Ξεχύθηκε λάβα η Επανάσταση, έσφαξε για να κάνει αυτεξούσιο. Ανέβηκαν πάλι οι Ρωμιοί στον Όλυμπο κι έσκασαν μπουρλότο, πάρ’ τον κάτω τον Δράμαλη, Κούγκι και Μεσολόγγι, Σουλιώτες και Μάρκος Μπότσαρης, ολοκαύτωμα στα Ψαρά. Στου Μπάυρον το κορμί, τους στίχους και το σπαθί, ακούμπησαν οι χήρες και τα ορφανά. Κατέφθαναν Γάλλοι κι Αμερικανοί, Γερμανοί και Ιταλοί. Άλλοι στράβωσαν με τα γουρνοτσάρουχα κι απόρησαν που δεν βρήκαν εδώ Σπαρτιάτες κι Αθηναίους, τα γύρισαν και την έκαναν. Μα οι πιο πολλοί, οι πιο καλοί, οι πιο ακριβοί αγκάλιασαν το θυσιαστήριο ως το τέλος. Και μέθυσαν με το αθάνατο κρασί του ’21 όλοι, κι ας έκαναν εμφύλιο κι ας χρέωσαν απ’ την πρώτη στιγμή την πατρίδα, για το καλό το έκαναν, όπως ο καθένας το έβλεπε απ’ τη σκοπιά του. Κι έβαλαν φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους κι έφθασαν στα έσχατα, ο Καραϊσκάκης στα ταμπούρια να δίνει την ψυχή του στους αγγέλους και τα ποιήματα του Κάλβου και του Σολωμού να δίνουν στο έθνος το πρόσταγμα για σχολεία και δασκάλους των ελληνικών, της αριθμητικής, της αρχιτεκτονικής και της φιλοσοφίας.

  
Από κάθε σκοτωμένον αγωνιστή έβγαινε ένα παιδί χτίστης και γιατρός, αξιωματικός και συμβολαιογράφος. Κι ας μαράζωσαν πολλοί απ’ τους επιζώντες επαναστάτες, ας τους έφαγε η φτώχεια, η έρις και η φυλακή, ας πήραν το κουμάντο οι προεστοί και οι αστοί, ακάθεκτη συνέχισε η Επανάσταση, ανολοκλήρωτη ως τα σήμερα, μα αθάνατη. Η Επανάσταση πήρε το Σύνταγμα το 1843, αυτή λύτρωσε τους δουλωμένους, η Επανάσταση αιμορράγησε έως θανάτου στην Καταστροφή του 1922, η Επανάσταση βγήκε στα βουνά το 1941-44 με τους αντάρτες. Μεθυσμένοι με το αθάνατο κρασί του ’21 ήταν όλοι οι μουρλορωμιοί που έδωσαν στην Ελλάδα υπόσταση - το φυλαχτό να αντέξει τα χίλια μύρια μεταπολεμικά βάσανα. Η Επανάσταση του 1821 πήρε τα παιδιά του πένθους και της αντίστασης πολλών αιώνων και τα έφερε ως εδώ, ως το σκοτεινό σαν της Χιροσίμα φως του 20ού αιώνα.
Κι εφθάσαμε έως εδώ. Στις αρχές του 21ου αιώνα, 150 χρόνια μετά την τελευταία τουφεκιά της κατοχής και την πρώτη της ελευθερίας. Οι τάξεις με τις αποσκευές τους, 1.500.000 ανέργους οι εργαζόμενοι, εκατομμύρια ευρώ στις καταθέσεις τους οι πλούσιοι, παιδιά του ίδιου παππούλη, αλλά διαφορετικών θεών. Με την Ελλάδα πιο πολύ αιχμάλωτη απ’ όσον συνήθως.
Μη φοβού, σου λέει η γιορτή, έχεις περάσει και χειρότερα ζόρια. Πιες ένα κρασί, άναψε ένα κερί, μελαγχόλησε όσον τραβάει η μνήμη σου κι ό,τι σε τρώει, αλλά στο τέλος θα τραγουδήσεις κι εσύ, θα φέρεις τη γυροβολιά σου. “Γιάννη μου το μαντήλι σου”, κι ας έχει δεθεί κόμπο το μαντήλι σαν την καρδιά σου. Και το δάκρυ σου σπονδή είναι στους αρχαιότατους κούρους με εκείνο το παράξενο μειδίαμα, που είναι σαν να σου λέει: “δάσκαλος είσαι, μάθε τα παιδιά γράμματα! γιατρός είσαι, γιάτρεψε! οδηγός είσαι, σωφάρισε! στρατιώτης είσαι, φύλαγε! πολίτης είσαι, τον σύντροφό σου και τα μάτια σου!”
Έτσι πάει η ζωή, έτσι το παραμύθι της γιαγιάς. Μπορεί να μην είσαι συ ο γιος της καλογριάς και μακάρι αχρείαστη να είναι η δόξα των ηρώων. Όμως ξέρεις το ωραίο και το αληθινό, ξέρεις πώς γαληνεύει η ψυχή μετά τον δίκαιο κάματο. Μια ψυχούλα και ένα σύμπαν είναι ο άνθρωπος, είναι αυτά που θυμάται. Κι απ’ τον θησαυρό της Ιστορίας ατελείωτα τα πλούτη σου. Αυτό είναι το νόημα της γιορτής. Ότι στο σεντούκι της μπορείς να βρεις αυτά που ζητάς, για να είναι ο τρόπος που ζεις σε αρμονία με όσα ποθείς, γνωρίζοντας τον εαυτό σου και το μέτρο των πραγμάτων.
Σε ευχαριστώ, ω Επανάσταση! Μου έμαθες εγκαίρως ότι ζω, όλοι ζούμε, «ελεύθεροι πολιορκημένοι». Πολιορκημένοι απ’ τους ταξικούς καταναγκασμούς, Ελεύθεροι όταν τους ανατρέψουμε...
Δημοσιεύθηκε στο ''enikos.gr'' την Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015


Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

"Το πνεύμα του συνεταιρισμού"


Η παραπάνω επιστολή γράφτηκε από τον Νικόλαο Ιωαννίδη (Ντεληγιάννη), εισαγγελέα και Αεροπαγίτη. Ο Ιωαννίδης ήταν αδερφός του πατέρα του Ιωάννη Λαμπρίδη (και οι δύο άλλαξαν το επώνυμο τους, υιοθετώντας το πατρώνυμό τους. Εκείνη την εποχή τα επώνυμα ήταν ευμετάβλητα.) Ο Ιωαννίδης ήταν και ο συντάκτης της Ριζαρείου διαθήκης κι ένας από τους εισηγητές μιας δημιουργικής διαχείρισης των υποθέσεων της κοινότητας, όπως φαίνεται και από την παραπάνω επιστολή.
Τα αποτελέσματα αυτής της πρωτοβουλίας φάνηκαν σύντομα. Ο Ιωάννης Λαμπρίδης αναφέρει πολλά ονόματα χωριανών που συνέβαλαν ώστε τα Πάνω Σουδενά (μαζί με τη Βίτσα) να είναι τα πρώτα χωριά του Ζαγορίου σε κοινωφελή έργα και προσφορές χωριανών. Σ' αυτό συνέβαλαν αρκετοί σύγχρονοι με αυτόν χωριανοί του (Ιωάννης Λαμπριάδης, ηγούμενος Καλλίνικος Χατζής, Θεόδωρος Πριμηκύρης, Παναγιώτης Πισιμίσης, Βασιλική Τατάνη, Αναστάσαινα Δόνου). Αυτό φαίνεται και από το παρακάτω κείμενο. [Ελληνικό σχολείο ήταν η δευτεροβάθμια εκπαίδευση της εποχής και αλληλοδιδακτικό η πρωτοβάθμια]:

ΑΝΩ ΣΟΥΔΕΝΑ. Οι κάτοικοι 910. Σχολεία, ελληνικόν και αλληλοδιδακτικόν, εν τω ελληνικώ μαθηταί 16, εν δε τω αλληλοδιδακτικώ 85, εξ ων κοράσια 14. Ο ελληνοδιδάσκαλος λαμβάνει μισθόν γρόσια 3.000, ο δε αλληλοδιδάκτης γρόσια 2.300 το μεν εκ των προσόδων του μοναστηρίου της Ευαγγελιστρίας, το δε εκ κληροδοτημάτων και εκουσίων συνεισφορών. Ο δε εν Βραΐλα διαμένων Ιωάννης Χριστοδούλου Λαμπριάδης (Ντάγκας) έγραψεν ίνα σνσταθή παρθεναγωγείον, προσφέρων ετησίως κολονάτα 150, άπερ και θέλει ορίσει ως διηνεκές κληροδότημα του χωρίου. Τελευταίον δε και ο εκ του αυτού χωρίου Νικόλαος Ιωαννίδης αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου εν Αθήναις έγραψεν ότι θέλει προσφέρει κατ’ έτος γρόσια 3.000 διά μισθόν του αλληλοδιδάκτου προς μνήμην της αποθανούσης συζύγου του Αικατερίνης, μέλλει δε να εξασφάλιση αυτό εις το διηνεκές.”
(1873-74, ο «Εν Κωνσταντινούπολει Ηπειρωτικός Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος»)

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Ιωάννης Λαμπρίδης: Ένας ανθρωπογεωγράφος του 19ου αιώνα

 
Ο διορατικός Κώστας Φρόντζος, πρόεδρος της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, προλογίζοντας την έκδοσή της Ηπειρωτικά Μελετήματα, αναφέρει, μεταξύ των άλλων, για τον άμεπτο Ιωάννη Λαμπρίδη και το συγγραφικό έργο του: Ιστορία, λοιπόν, κι ανθρωπογεωγραφία είναι τα Ηπειρωτικά Μελετήματα, που τα περιεχόμενά τους υπογραμμίζουν το πάθος της έρευνας του συγγραφέα, την ιεραποστολική του διάθεση, την παρρησία της γνώμης του, την αγωνιστική του προσπάθεια, την ποιότητα του ήθους του, την ανιδιοτέλεια των προθέσεών του, τη συναίσθηση του Χρέους. Το χρέος σημειώνεται με Χι κεφαλαίο από τον προλογίζοντα. Μ' αυτόν τον απέριττο και, συγχρόνως, ακριβολόγο τρόπο, ο πρωτομάστορας Κώστας Φρόντζος δεν εκφράζει μόνον τις θεμελιώδης παραμέτρους της βασικής θεώρησης και μεθοδολογίας του συγγραφέα, αλλά και τις ουσιώδεις πτυχές του συγγραφικού έργου του. Για τον προικισμένο με νοημοσύνη Κώστα Φρόντζο, εν ολίγοις λόγοις, τα Ηπειρωτικά Μελετήματα του αμιγούς Ιωάννη Λαμπρίδη δεν είναι παρά Ιστορία και Ανθρωπογεωγραφία.
Η χρήση του όρου ανθρωπογεωγραφία από το Δωδωναίο Κώστα Φρόντζο είναι αποκαλυπτικής εμπνεύσεως, γιατί διατυπώνεται σε μία εποχή, κατά την οποία η επιστήμη της ανθρωπογεωγραφίας, όχι μόνο δε διδάσκεται στην Ελλάδα, αλλά και, διεθνώς, οροθετεί ακόμη το πλαίσιο των θεωρήσεών της και των μεθοδολογικών προσεγγίσεων του αντικειμένου της. Κι αν, βεβαίως, εν έτει 1971, η χρήση και μόνον του όρου ανθρωπογεωγραφία από τον φωτισμένο Κώστα Φρόντζο είναι αποκαλυπτικής εμπνεύσεως, τότε, ασφαλώς, η εφαρμογή ενός εκτενούς μέρους, τόσο των θεωρήσεων όσο και των μεθοδολογικών προσεγγίσεων της ανθρωπογεωγραφίας από τον αμίμητο Ιωάννη Λαμπρίδη –και μάλιστα στα τέλη του 19ου αι.– έχει, άκρως, προδρομική απόχρωση και εις το έπακρον προφητικό χαρακτήρα. Χωρίς, λοιπόν, κανέναν απολύτως ενδοιασμό, ο εμβριθής Ιωάννης Λαμπρίδης είναι, κατά την ημετέρα επιστημονική αντίληψη, ένας ανθρωπογεωγράφος του 19ου αι..
Αλλ' όμως, τι πραγματεύεται ο ανθρωπογεωγράφος; Το κατ' εξοχήν αντικείμενο της ανθρωπογεωγραφίας είναι η διερεύνηση των σχέσεων, τις οποίες αναπτύσσει ο άνθρωπος εντός των ορίων του δικού του γεωγραφικού χώρου, στην πάροδο, βεβαίως, του ιστορικού χρόνου. Οι σχέσεις αυτές αφορούν, εν πρώτοις, στο γεωγραφικό χώρο και, ακολούθως, στην κοινωνία, την οικονομία, τον πληθυσμό, τη διοίκηση, την παιδεία, τη θρησκεία, την οικιστική κι αρχιτεκτονική τέχνη, τα ήθη και τα έθιμα, την πολιτική και τον πολιτισμό και ό,τι, γενικώς, αναφέρεται στην ανθρώπινη δραστηριότητα, τα ίχνη της οποίας, ορατά και αόρατα, εντυπώνονται στο φυσικό χώρο. Οι σχέσεις του ανθρώπου με το γεωγραφικό χώρο μεταβάλλονται, διαρκώς, και τούτο οφείλεται, εν πολλοίς, στις αλλαγές της ίδιας της κοινωνίας. Τοιουτοτρόπως, επί παραδείγματι, οι σχέσεις, οι οποίες καταγράφονται, περιγράφονται, διερευνώνται και σχολιάζονται στα Ηπειρωτικά Μελετήματα, αναφέρονται σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ήτοι, εκείνη του πριν το 1870. Αλλά, οι σχέσεις του ανθρώπου με το δικό του γεωγραφικό χώρο μεταβάλλονται, επίσης, άλλοτε διατηρώντας κι άλλοτε χάνοντας την αποκαλούμενη ιστορική συνέχειά τους. Το τελευταίο, δηλαδή, η ιστορική ή όχι συνέχεια των περί ου ο λόγος σχέσεων, μία σύγκριση των σχέσεων της παρούσης εποχής με εκείνες της εποχής του ακούραστου Ιωάννη Λαμπρίδη θα ήταν, εξαιρετικώς, ενδιαφέρουσα και, ιδιαιτέρως, παραδειγματική.
Η μακράς χρονικής διάρκειας συγκυρία, κατά την οποία συγγράφονται τα Ηπειρωτικά Μελετήματα, προσδίδει μία ιδιάζουσα ανθρωπογραφική χροιά, υψίστης σημασίας, στο δημοσιευμένο έργο του ακάματου Ιωάννη Λαμπρίδη, ακριβώς, γιατί αυτός ο οτρηρός ερευνητής και συγγραφέας συλλέγει, καταγράφει, διασταυρώνει, σχολιάζει και παρουσιάζει τις σχέσεις της ηπειρώτικης κοινωνίας με το γεωγραφικό χώρο της, σε μία χρονική περίοδο, η οποία χαρακτηρίζεται από καθολική ρευστότητα και μεταβατικότητα. Χωρίς καμία αντίρρηση, βεβαίως, τα Ηπειρωτικά Μελετήματα έχουν και την ιστορική σημασία και αξία τους. Εν τούτοις, και, πάντα κατά την ταπεινή επιστημονική άποψή μας, η βαθύτερη ουσία τους πλησιάζει πολύ περισσότερο στην ανθρωπογεωγραφία παρά σ΄ αυτήν καθεαυτή την ιστορία. Ούτως ή άλλως, όμως, οι επιστήμες της ιστορίας και της ανθρωπογεωγραφίας, όχι μόνον συνεργάζονται στενά μεταξύ τους, αλλά και η κάθε μία απ΄ αυτές είναι, εντελώς, αναγκαία, απαραίτητη και συμπληρωματική στην άλλη. Επανερχόμενοι, για λίγο, στη ρευστότητα και μεταβατικότητα της εποχής, για την οποία, πιο πάνω, έγινε αναφορά, διευκρινίζουμε, ιδιαιτέρως, ότι μ' αυτούς τους όρους δεν εννοούμε, αποκλειστικώς και μόνον, τα ιστορικά γεγονότα, αλλά, προ παντός, τις γεωγραφικές, κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές και πολιτισμικές αλλαγές, μεταβολές και ανακατατάξεις, οι οποίες, κατά τη διάρκεια του 19ου αι., συντελούνται σε τοπικό (Ήπειρος), περιφερειακό (χερσόνησος του Αίμου) και διεθνές επίπεδο (Δυτική Ευρώπη).
Ας δούμε, όμως, ένα και μόνο, πολύ μικρής έκτασης, απόσπασμα από τα Ηπειρωτικά Μελετήματα, το οποίο τεκμηριώνει, απολύτως, την αντίληψή μας για τον ανθρωπογεωγραφικό χαρακτήρα του ογκώδους Λαμπρίδειου έργου. Κι αφού είμαστε στα Άνω Πεδινά, ας πάρουμε, την αναφορά του οιστρήλατου Ιωάννη Λαμπρίδη στη γενέτειρά του, διατηρώντας τη γλώσσα του πολυτάλαντου συγγραφέα: “Άνω Σουδενά εις το κυρίως Παλαιοβούνιον, ων τας κανονικάς και αξιολόγους οικίας ουδεμία του τμήματος κώμη έχει”. Ποιο, αληθώς, είναι το στοιχείο αυτής της απλής φράσης, που προσδίδει, όντως, στην παρατήρηση, την καταγραφή, τη διερεύνηση, το σχολιασμό και, τελικώς, στην ίδια την πληροφορία χροιά ανθρωπογεωγραφική; Η απάντηση για τον απερίσπαστο παρατηρητή του γεωγραφικού χώρου, αλλά και τον προσεκτικό σχολιαστεί της συλλεγμένης πληροφορίας είναι απλή: Η ανθρωπογεωγραφία είναι από τη φύση της ανθρωπιστική επιστήμη πολυδιάστατη, πολύπλευρη και πολυσήμαντη, γιατί, πολύ απλά, το αντικείμενό της, ήτοι, οι σχέσεις, τις οποίες διερευνά έχουν τέτοιο χαρακτήρα. Ο ιδιοφυής, λοιπόν, Ιωάννης Λαμπρίδης, περιγράφοντας τη φυσική τοποθεσία, στην οποία βρίσκονται τα Άνω Πεδινά, συνδυάζει, συγχρόνως, κι άλλες πληροφορίες γι΄ αυτά, όπως, παραδείγματος χάριν, Άνω Σουδενά, την παλιά ονομασία τους. Και, δεν αρκείται μόνο σ΄ αυτό, σχολιάζει ως κανονικά και αξιόλογα τα σπίτια στα Άνω Πεδινά και τελειώνει, την όντως λακωνική φράση του, συγκρίνοντας τον οικισμό με όμοιούς του της ευρύτερης περιοχής.
Ο αξιοζήλευτος Ιωάννης Λαμπρίδης, συνεχίζοντας την ανωτέρω φράση του, μας λέει τα εξής: Πολλά των οικημάτων αυτών είναι μεγαλοπρεπή και εν είδει εξοχικών πύργων περιφραττόμενα υπό λιθίνων περιβόλων, εγκλειόντων πλην της οικίας αυλάς ευρυχώρους, κήπους μικρούς και ομβροδέκτας, ως παραρτήματα οικιών καταχθόνια”. Ουδέν απολύτως σχόλιο στο συγκεκριμένο εδάφιο, γιατί ο όποιος σχολιασμός του θα ήταν, εκ των πραγμάτων, ασέβεια βαθυτάτη προς την ωραία αρχιτεκτονική τέχνη. Συνεχίζουμε, λοιπόν, την περιγραφή του αυτόβουλου Ιωάννη Λαμπρίδη για τα Άνω Πεδινά Ζαγορίου. “Η εν τω μεσοχωρίω βαθεία σκιά μεγαλοπρεπούς πλατάνου αναψύχει εν ώρα θέρους τους εκ των ασπρολίθων οικιών και λόφων θαμβωμένους οφθαλμούς και τα καταπεπονημένα σώματα εκ του γυμνού εδάφους”. Σημειώνοντας, επί τάχη, την ποιητική έξαρση του Λαμπρίδειου λόγου, ξεχωρίζουμε, χωρίς ίχνος καμίας αμφιβολίας, μία πολύτιμη πληροφορία για την αισθητική της αρχιτεκτονικής τέχνης του οικισμού, που είναι η άσπρη πέτρα (ασβεστόλιθος), ήτοι, το πλέον άφθονο πέτρωμα της ευρύτερης περιοχής (δυτικώς της χαράδρας του Βίκου), στην οποία είναι κτισμένα τα Άνω Πεδινά και, ταυτοχρόνως, το μοναδικό δομικό υλικό, εξαιρουμένου του ξύλου, όλων, ανεξαιρέτως, μικρών και μεγάλων, θρησκευτικών και κοσμικών, οικοδομημάτων του.


 Αναντιρρήτως, μελετώντας τα Ηπειρωτικά Μελετήματα, ταξιδεύουμε στο γεωγραφικό χώρο και τον ιστορικό χρόνο της ευρύτερης Ηπείρου. Μολαταύτα, η εκδήλωση μνήμης στον Ιωάννη Λαμπρίδη μας κρατά, διακριτικώς, στα Άνω Σουδενά. Όντως, ιστάμεθα, κυριολεκτικώς και μεταφορικώς, στην Πλατεία του οικισμού, στα Άνω Πεδινά, που με τόσο αγάπη περιγράφει ο υψιπετής Ιωάννης Λαμπρίδης. Άραγε, πότε ξανά θα έχουμε κάποια παρόμοια συγκυρία; Αλλά, ζητώντας συγγνώμη από την υπόλοιπη Ήπειρο, συνεχίζουμε με το απόσπασμα για τα Άνω Πεδινά. Λέει, λοιπόν, επί λέξει, ο αξιοθαύμαστος Ιωάννης Λαμπρίδης: “Η από του κατασκίου όμως τούτου μέρους θέα τριών πρώην μεν μεγαλοπρεπών οικιών, νυν δε υπό ληστρικής επιδρομής (1880) αποτεφρωμένων καταθλίβει έκαστον· (και προσθέτοντας άλλη πληροφορία στην περιγραφή του, συνεχίζει περαιτέρω:) η κυριωτέρα όμως οδός αυτών μήκους 20΄, εις χείμαρρον εν καιρώ μεγάλων υετών μεταβαλλομένη, είνε πλήρης πετρών και χαλίκων αι τελειώνει τη φράση του, σχολιάζοντας καυστικώς:) και διότι ρίπτονται τυπικώτατα οι εκ των οικοδομών υπολειπόμενοι χάλικες (σόκια)”.
Σ' αυτό, πράγματι, το συντομότατο απόσπασμα, το οποίο καταλαμβάνει μόλις το εν τρίτον της σελίδας, ενός βιβλίου σχήματος όγδοου, ο πολυπράγμων Ιωάννης Λαμπρίδης κατορθώνει, ιδιαζόντως, να περιλάβει ένα σημαντικό, ως προς τον αριθμό και την ποιότητα, πλήθος πληροφοριών για τα Άνω Πεδινά. Οι πληροφορίες αυτές από τη φύση τους σχετίζονται με πολλές και διάφορες επιστήμες. Προς τούτο, παραθέτουμε, τουλάχιστον, μία ορισμένη πληροφορία και την επιστήμη, στην οποία, κατά τη γνώμη μας, αντιστοιχεί, χωρίς αυτό να σημαίνει, βεβαίως, ότι οι παρά κάτω πληροφορίες δε σχετίζονται με άλλη ή άλλες επιστήμες.
1η. Το Παλαιοβούνι (πληροφορία) – φυσική γεωγραφία (επιστήμη).
2η. Η ληστρική επιδρομή του 1880 (πληροφορία) – ιστορία (επιστήμη).
3η. Η συγκρότηση της οικίας (πληροφορία) – οικιστική τέχνη ή και πολεοδομία αποκαλούμενη (επιστήμη).
4η. Οι ασπρόλιθες οικίες (πληροφορία) – αρχιτεκτονική τέχνη (επιστήμη).
5η. Ο μεγαλοπρεπής πλάτανος στην πλατεία (πληροφορία) – οικολογία (επιστήμη).
6η. Η κατάσταση της κεντρικής οδού (πληροφορία) – ανθρωπολογία (επιστήμη).
7η. Οι ομβροδέκτες και οι λαχανόκηποι (πληροφορίες) – ανθρωπογεωγραφία (επιστήμη).
Πέραν του πλήθους των πατριωτικών συναισθημάτων, που διεγείρει η μελέτη των Ηπειρωτικών Μελετημάτων, διακρίνεται, διαυγώς, στη γραφή τους η ελεύθερη βούληση του συγγραφέα να μην κατηγοριοποιηθούν και να μην απομονωθούν, κατά γενικό κανόνα, οι πληροφορίες του. Ως προς αυτό, βεβαίως, δεν είναι μόνον ο ανήσυχος Ιωάννης Λαμπρίδης, που δε θέλει την κατηγοριοποίηση και την απομόνωση των πληροφοριών του, τυχαίνει, μετά το πέρασμα ενός αιώνος και πλέον, να επιθυμεί, ακριβώς, το ίδιο και η επιστήμη της ανθρωπογεωγραφίας. Κι αυτό, βεβαίως, γιατί το κάθε ένα αντικείμενο της εν λόγω ανθρωπιστικής επιστήμης διαθέτει τα χαρακτηριστικά ή, αν θέλουμε, προσωπικά γνωρίσματα, ή, ακόμη, τη δική του ταυτότητα. Πως, επομένως, τα Ηπειρωτικά Μελετήματα να μη χαρακτηριστούν από τον πρωτότυπο Κώστα Φρόντζο ιστορία κι ανθρωπογεωγραφία; Αναφερόμενοι, περαιτέρω, στην πληροφορία, σημειώνουμε, επιπροσθέτως, ότι η κατηγοριοποίηση και απομόνωσή της αφαιρεί, αν όχι όλη, σίγουρα ένα μεγάλο μέρος από την ταυτότητά της ή την ταυτότητα κάθε ανθρώπου, κάθε ιδέας, κάθε τόπου ή κάθε αντικειμένου. Ο ακέραιος, λοιπόν, Ιωάννης Λαμπρίδης, απ΄ ό,τι φαίνεται στα κείμενά του, το γνωρίζει αυτό, και επιλέγει διαφορετικές πληροφορίες για κάθε ένα, επί παραδείγματι, Ζαγορίσιο οικισμό. Κατ' αυτόν τον τρόπο, επιτυγχάνει, θεαματικώς, να μεταφέρει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός εκάστου οικισμού, ήτοι, την ταυτότητά του.
Η γραφή είναι σημαντική και εξέχουσα παράμετρος της ανθρωπογεωγραφίας. Άλλωστε, δεν είναι καθόλου τυχαίο, που κατέχει την τρίτη θέση στην ονομασία της εν λόγω ανθρωπιστικής επιστήμης. Έτι, περαιτέρω, δεν θα ήταν καθόλου υπερβολή, αν λέγαμε, ευγενώς, ότι η γραφή και, ιδιαιτέρως, το ύφος της, είναι ένα είδος υπογραφής στις ανθρωπογεωγραφικές έρευνες και μελέτες. Υπό μίαν έννοια, και, κατ' αυτόν τον τρόπο, οι ανθρωπογεωγραφικές εργασίες αποκτούν την ταυτότητα του ανθρωπογεωγράφου, η οποία πολύ δύσκολα αντιγράφεται, έστω κι αν η αντιγραφή αφορά σ' ένα μόνο πολύ μικρό κομμάτι τους. Δοκιμάστε, για παράδειγμα, αντιγράφοντας ένα μικρό απόσπασμα από τον εναργή Ιωάννη Λαμπρίδη. Αμέσως, θα προδοθείτε, ακόμη, κι αν έχετε μεταφέρει κάποιες πληροφορίες του στη νέα ελληνική γλώσσα. Ούτω, πως, η γραφή του εμφαντικού Ιωάννη Λαμπρίδη και, κυρίως, το ύφος της, πέραν από κάθε άλλη σημασία και σημειολογία, που μπορεί, πιθανώς, να της δοθεί, αποτελεί συγγραφική ταυτότητα και, ταυτοχρόνως, ισχυρά ασπίδα προστασίας του πολυσήμαντου, πολυδιάστατου, πολύπλευρου και πολυμερούς ερευνητικού, μελετητικού και συγγραφικού έργου του.
Η ενδιαίτησις του ανθρωπογεωγράφου στο γεωγραφικό χώρο της κοινωνίας, την οποία παρατηρεί, διερευνά, καταγράφει και σχολιάζει, όχι μόνον είναι αναγκαία συνθήκη, αλλά και επιβαλλόμενη προϋπόθεση. Εργασία ανθρωπογεωγραφίας εξ αποστάσεως ή από αρχεία, βιβλιοθήκες, εργαστήρια ή από τρίτους δεν εννοείται. Ο ανιδιοτελής Ιωάννης Λαμπρίδης ακολουθεί τους παρά πάνω κανόνες, λόγος, που προσδίδει μία επί πλέον χροιά ανθρωπογεωγραφίας στα Ηπειρωτικά Μελετήματα. Την ίδια, ακριβώς, πειθαρχία με τον μελίφθογγο Ιωάννη Λαμπρίδη ακολουθεί κι ένας άλλος Ζαγορίσιος, ο φίλεργος Κώστας Λαζαρίδης από το Κουκούλι, ο ανθρωπογεωγράφος τούτη τη φορά του 20ου αι. Το έργο του είναι εξ ίσου σημαντικό και παρουσιάζει πολλές πτυχές ανθρωπογεωγραφίας.
Με την αναφορά μας στον κορυφαίο Κώστα Λαζαρίδη, η σύντομη διαδρομή μας στα Άνω Πεδινά του 19ου αι. έφτασε στο τέλος της. Ο χυμώδης Ιωάννης Λαμπρίδης υπήρξε το όχημά μας. Η αρχή και το τέλος του λόγου είναι ο χρόνος του. Η αρχή του λόγου, όντως, σου δίνει τη δυνατότητα να μεταφερθείς στον τόπο και την εποχή της επιθυμίας σου, αλλά το τέλος του σε επαναφέρει στην κατάσταση της αναπνοής. Μιλήσαμε με την καρδιά μας, αλλά και με ειλικρίνεια και, προ παντός, χωρίς υπερβολές. Με τον ίδιο τρόπο, θα θέλαμε, κλείνοντας, να κάνουμε μία ευχή, η οποία πηγάζει στην επιστημονική άποψή μας: Ο φωτοβόλος Ιωάννης Λαμπρίδης μπορεί, κάλλιστα, να θεωρηθεί πατέρας της ελληνικής ανθρωπογεωγραφίας.

Μιχάλης Η. Αράπογλου

[Ομιλία στην εκδήλωση του Πολιτιστικού Συλλόγου Πανωσουδενιωτών αφιερωμένη στη μνήμη του Ιωάννη Λαμπρίδη, στις 22 Ιουνίου 2008 στην πλατεία του χωριού μας]


Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2015

Μπράβο σου φίλε!


Υπάρχει ανθρωπιά. Στο κέντρο της Αθήνας. Ενας νεαρός -άγνωστο αν εργάζεται- αγόρασε σ' έναν ταλαιπωρημένο συμπολίτη μας, πιθανότατα άστεγο, ένα ζευγάρι παπούτσια, καθώς νωρίτερα τον είχε εντοπίσει να κυκλοφορεί χωρίς υποδήματα.
Το περιστατικό συνέβη σήμερα το πρωί στην οδό Πανεπιστημίου και το κατέγραψε ο χρήστης του Facebook, "Heraklis Pnevmatikakis".
Όπως έγραψε στο προφίλ του: "Έχω δει παρόμοιες φάσεις σε διάφορα site, αλλά αυτό το έζησα σήμερα στην Πανεπιστημίου, όπου είχα πάει να κάνω service στη φωτογραφική μου μηχανή (εξού και η φωτογραφική ετοιμότητα). Έτσι απλά ο νεαρός, χωρίς φανφάρες, έκανε αυτό που βλέπετε... Μπράβο σου φίλε!!!"...


Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2015

Από το πανηγύρι του 1987


Πέρασαν σχεδόν τριάντα χρόνια...


27 Αυγούστου 1987, ώρα 10 το πρωί.

Το γλέντι τελειώνει και οι χωριανοί κατηφορίζουν χορεύοντας.


Κάποιοι είχαν ετοιμαστεί να φύγουν για την Αθήνα από τις 7 το πρωί, αλλά τελικά ενσωματώθηκαν στην πορεία των γλεντιστών. 


Ας κρατάμε τις εικόνες με τα χαρούμενα πρόσωπα κι ας προσπαθούμε να προκαλούμε τέτοιες εκφράσεις στα πρόσωπα των πλησίον μας...


Τρίτη, 3 Μαρτίου 2015

Γυμνά δέντρα



Κρύος ο φετινός χειμώνας, σκορπίζει δέος με τη θέα των γυμνών κλαδιών.
Δεν άνθισαν ακόμα οι κρανιές.
Όμως ο κότσυφας τραγουδάει πάνω στα δέντρα από το σούρουπο μέχρι την αυγή.
Καλή άνοιξη!


Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

Όλοι οι δρόμοι σε μια αγκαλιά...


Όχι, δεν υπάρχει καλός και κακός δρόμος. Όπως δεν υπάρχει καλό και κακό ποτάμι. Όλα οδηγούν στην αγκαλιά της θάλασσας.
Όχι, μην απογοητεύεσαι. Το ακούς; Η θλίψη στα μάτια σου, το σφίξιμο στην καρδιά σου, τα τρεμάμενα χέρια δεν είναι μετάνοια. Φόβος και ενοχή είναι. Γιατί σου είπαν ότι πρέπει να είσαι πάντα τέλειος, να είσαι “κάπως”, για να σε αποδέχονται οι άλλοι, για να αποδέχεσαι εσύ τον εαυτό σου. Κάθε που ραγίζει το προφίλ σου από ένα λάθος, κλονίζεσαι, χάνεσαι και πεθαίνεις, αισθάνεσαι ότι θα έρθει πάλι η τιμωρία, η απόρριψη απέναντι στο κακό παιδί.
Όχι, δεν υπάρχει λάθος και σωστό. Όλα είναι δρόμος. Το σωστό σε πάει στο λάθος και το λάθος στο σωστό. Όταν χάνεις βρίσκεις και όταν πεθαίνεις ανασταίνεσαι. Μάθε λοιπόν πως υπάρχει Κάποιος που δεν σε τιμωρεί στα λάθη σου. Που σε αγαπά υπερβολικά στην αμαρτία σου. Που σε κρατά αγκαλιά τότε που δεν μπορείς να σύρεις τα πόδια σου. Μάθε πως πέρα από σωστό και το λάθος, το καλό και το κακό, στέκει η Αγάπη. Πάντα μια ζεστή αγκαλιά σε προσμένει να ξεκουράσεις τους φόβους.

π. λίβυος