Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

"Λαουτοπία"

 
Ένα «λαϊκό κονσέρτο» για δυο λαούτα, που ξεπερνούν τα όρια του συνηθισμένου και δεν φοβούνται την πρόκληση μιας νέας πρότασης. Κάποιες φορές ντύνονται τους ήχους της ηλεκτρικής κιθάρας, άλλες φορές παίζουν φλαμένγκο ή διασκευάζουν ελληνικά τραγούδια, για να καταλήξουν στους γνώριμους λαϊκούς και παραδοσιακούς ήχους, με τους οποίους έχουν ταυτιστεί. Η Λαουτοπία δεν στέκεται αμήχανη μπρος στη λιτότητά της. Είναι μια ρομαντική μουσική περιπέτεια, πλούσια σε αυτοτελείς τραγουδιστικές ερμηνείες.
Ο Δημήτρης Υφαντής θυμάται τραγούδια από το παρελθόν που έχουν ερμηνεύσει σπουδαίοι τραγουδιστές, όπως η Βίκυ Μοσχολιού, ο Ηλίας Κλωναρίδης, η Χάρις Αλεξίου, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο Μανώλης Λιδάκης κ.α., όπως φυσικά και τραγούδια από τη δική του δισκογραφική πορεία. Η παράδοση δε θα μπορούσε να λείπει από μια τέτοια μουσική παράσταση, καθώς πάνω της έχει χτιστεί και χτίζεται το λαϊκό και έντεχνο ελληνικό τραγούδι.

Δημήτρης Υφαντής: τραγούδι, λαουτοκιθάρα, μαντολίνο, φλογέρες
Θανάσης Βόλας: λαούτο, τζουράς

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

Χρώματα φθινοπώρου


Τα έντονα χρώματα των φύλλων, η παλέτα του γκρίζου στην ατμόσφαιρα, τα γήινα χρώματα των ξύλων, όλα αυτά προμηνύουν ότι το φως αποσύρεται σιγά-σιγά για να ξεκουραστεί... 





Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Η σαγηνευτικότερη μουσική του κόσμου


Οι New York Times αναζητούν την σαγηνευτικότερη μουσική του κόσμου 
στην Ήπειρο

Το ταξίδι στον τόπο που γέννησε το ηπειρώτικο μοιρολόι 
του βιολιτζή Αλέξη Ζούμπα

Απόδοση από τους New York Times για το LIFO.gr.
Σταυριάννα Χαραλαμποπούλου

«Στις 20 Σεπτέμβρη του 1926, ο ελληνικής καταγωγής βιολιτζής Αλέξης Ζούμπας ηχογραφεί ένα από τα πιο συγκλονιστικά μουσικά κομμάτια που έχω ακούσει ποτέ.», αναφέρει η Amanda Petrusich των New York Times. Πρώτη φορά ήρθε σε επαφή με τη μουσική του μέσω του Cristopher King. Μέσα από μία τεράστια συλλογή βινυλίων, ο μουσικός παράγωγος τής πρότεινε να ακούσει τον Ζούμπα. Είχε μάθει τόσο καλά το γούστο της, που ήταν σίγουρος ότι ο Έλληνας βιολιστής θα την μάγευε με το Ηπειρώτικο Μοιρολόι. Και δεν έπεσε έξω
Ο Αλέξης Ζούμπας ηχογράφησε το μοιρολόι στις 20 Σεπτεμβρίου του 1926, ένα θρήνο που μέχρι σήμερα ψάλλεται πάνω από τάφους στην Ήπειρο. Είναι λίγο μεγαλύτερο από τέσσερα λεπτά και άρτια εκτελεσμένο. Δεν είναι όμως η τεχνική που μάγεψε τη δημοσιογράφο. "Υπάρχει μια παλλόμενη υστερία στο παίξιμό του. Η κάθε νότα τρέμει, σα να υπέφερε πρόσφατα από μία συναισθηματική κατάρρευση". Λέγεται ότι εκείνη την περίοδο, ο Ζούμπας είχε βυθιστεί στη μελαγχολία της ξενιτιάς και της νοσταλγίας για την Ελλάδα, έχοντας περάσει στην Αμερική ήδη 16 χρόνια.
Σε μια προσπάθεια να μάθει τι ακριβώς ήταν αυτό που τον συγκίνησε τόσο πολύ, ώστε να δημιουργήσει ένα τόσο έντονο μοιρολόι, ποιος χαμός τον έφερε σε αυτή τη συναισθηματική κατάσταση, η Petrusich ταξίδεψε μέχρι την Ήπειρο και οι New York Times κατέγραψαν το οδοιπορικό της. Μετά από προτροπή του King, έφτασε στο χωριό Βίτσα. Ήθελε να ζήσει από κοντά την εμπειρία ενός μοιρολογιού, ενός λαϊκού πανηγυριού, αφού ο King της είχε πει ότι "αυτά τα τραγούδια ζουν και πεθαίνουν στα βλέμματα, τις χειραψίες και τις αγκαλιές που ανταλλάσσουν οι άνθρωποι στο άκουσμά τους". Ο παραγωγός, που ταξιδεύει όσο πιο συχνά μπορεί στην Ήπειρο, επέλεγε πάντοτε αυτό το μεσαίου μεγέθους χωριουδάκι, που βρίσκεται ψηλά στην οροσειρά την Πίνδου και διοργανώνει το ετήσιο πανηγύρι του στις 14-17 Αυγούστου. Ως δημοσιογράφος, η Petrusich πίστευε ότι ο καλύτερος τρόπος να λύσει το μυστήριο που την απασχολούσε ήταν να κάνει αυτό το ταξίδι και να ζήσει όλη αυτή την εμπειρία. Έτσι εκείνο το καλοκαίρι έκαναν μαζί το μεγάλο ταξίδι από την Αμερική στο ορεινό χωριουδάκι της Ηπείρου.
Η Petrusich χρησιμοποίησε για τη Βίτσα τη φράση "ασυνήθιστα ειδυλλιακή". Εντυπωσιάστηκε από τα ολόλευκα σπίτια από ασβεστόλιθο με τις "ελάχιστες παραχωρήσεις στην νεωτερικότητα". Διάβασε για την ιστορία της, από τους Βυζαντινούς μέχρι τον Λόρδο Βύρωνα, θαύμασε την καθαρή και γεμάτη υγεία ατμόσφαιρα του τόπου, τα καλντερίμια και τα πλατάνια στην κεντρική πλατεία. Στο χωριό που οι περισσότεροι επιστρέφουν το καλοκαίρι, το αυγουστιάτικο πανηγύρι του σφύζει από κόσμο, τραγούδι και χορό. Η δημοσιογράφος έφαγε σουβλάκια, ήπιε τσίπουρο και έζησε μέσα σε ένα κλίμα "χαρούμενο, σχεδόν ενθουσιώδες". Έμαθε, από έναν 33χρονο ντόπιο, ότι το πανηγύρι γίνεται για να γιορτάσουν οι άνθρωποι ότι "σήμερα είμαστε εδώ μαζί και του χρόνου μπορεί να μην είμαστε και γι' αυτό χορεύουμε, και γι' αυτό κλαίμε".
Το μοιρολόι που άνοιξε το πανηγύρι ήταν αυτοσχεδιασμός, όπως είναι όλα τα μοιρολόγια, με εξαίρεση την ύπαρξη ορισμένων μουσικών δεικτών που συνθέτουν το είδος. Οι περισσότερες παραδοσιακές Ηπειρώτικες ενορχηστρώσεις αποτελούνται από κλαρίνο, βιολί, λαούτο και ντέφι. Η μελωδία του είναι ταραγμένη και ορισμένες φορές, αν η εκτέλεση είναι πολύ καλή, το μοιρολόι μπορεί να "ξεδιαλύνει πράγματα μέσα σου". Είναι "γι' αυτούς που δεν είναι εδώ".
Η εκτέλεση του "Ηπειρώτικου Μοιρολογιού" που άκουσε και έζησε η Petrusich σε εκείνο το πανηγύρι δεν ήταν ίδια με του Ζούμπα, αφού δεν μπορεί να υπάρχει το ίδιο μέγεθος απελπισίας κάθε φορά. Αυτό που άκουσε η δημοσιογράφος στη Βίτσα ήταν μια πιο απαλή εκδοχή της σύνθεσης, με λιγότερη ταραχή μέσα της, αλλά εμποτισμένη με "μία ανείπωτη πείνα". Το βλέμμα του Γρηγόρη Καψάλη, ο οποίος εκτελούσε το κομμάτι στο κλαρίνο, ήταν μαλακό, συχνά έχανε στην εστίασή του και έμοιαζε χαμένο. Κατά τη διάρκεια του μοιρολογιού, οι ντόπιοι ξεκίνησαν τους παραδοσιακούς τους χορούς. Η Petrusich σηκώθηκε και μπήκε στον κύκλο, κάνοντας "συνεχόμενες και γελοίες προσπάθειες" να ακολουθήσει τα πολύπλοκα βήματα του χορού. Την επόμενη μέρα, ο Καψάλης της είπε ότι την χάρηκε γιατί "είχε μπει στο πνεύμα".
Μέσα από την έρευνά της, η δημοσιογράφος ανακάλυψε ότι η δύναμη της Ηπειρώτικης μουσικής, που αποτελεί την πηγή και τη δομή της εμπειρίας του πανηγυριού, προέρχεται από την έντονη απομόνωση του τόπου. Οι μουσικές αυτές συνθέσεις συχνά μιμούνται τις "σκληρές φιγούρες του τοπίου" και τα όργανα αναπαράγουν φυσικούς ήχους.
Μετά την δεύτερη μόλις μέρα παραμονής της στο χωριό, η Petrusich ένιωσε πως είχε παρασυρθεί σε μία "κατάσταση συνεχούς παραζάλης" και πως η μουσική την "γιάτρευε". Η αντίληψη για τις θεραπευτικές ικανότητες των μοιρολογιών και των πανηγυριώτικων τραγουδιών είναι ιδιαίτερα έντονη στην Ήπειρο και οι μουσικοί θεωρούνται κάποιου είδους ψυχολόγοι. Βλέπουν τι είναι "σπασμένο" και προσπαθούν να το φτιάξουν, όπως της είπε ένας ντόπιος μουσικός. Τα πανηγύρια είναι ένα λαϊκό τελετουργικό κάθαρσης.

Ξημέρωμα στη Βίτσα: O Διονύσης Παπαστέργιος οδηγεί τους κατοίκους παίζοντας λαούτο - Andrea Frazzetta/ The New York Times
  
Την τελευταία μέρα του πανηγυριού, ο King την ξύπνησε στις 8 το πρωί, αφού είχανε πέσει για ύπνο μόλις 3 ώρες πριν. "Ετοιμάζονται". Η Petrusich σηκώθηκε και τον ακολούθησε στην κεντρική πλατεία του χωριού. Είχε έρθει η ώρα για τον τελευταίο χορό. Οι ντόπιοι ήταν ακόμα εκεί, εξαντλημένοι αλλά χαρούμενοι, ακόμα στην "πίστα". Ένας άντρας, μεγάλος σε ηλικία, την πλησίασε και της είπε: "Κατάλαβες; Βλέπεις; Δεν χρειαζόμαστε γιατρούς! Είμαστε χαρούμενοι!". Εκείνο το πρωί η Amanda Petrusich άφησε το δημοσιογραφικό της μπλοκάκι στην άκρη και μπήκε στο χορό. Οι ντόπιοι συνόδευσαν την μπάντα στην έξοδο του χωριού, όπου και έκαναν έναν κύκλο γύρω τους, αποχαιρετώντας τους με χειροκροτήματα και χορό.
Με ένα μαγικό τρόπο όλοι ησύχασαν ταυτόχρονα. Μετά από ένα σιγανό κλάμα μικρής διάρκειας, "από εκείνο που δεν αντιλαμβάνεσαι μέχρι να φτάσει η αλμύρα στα χείλη σου", ξεκίνησαν όλοι μαζί την επιστροφή στο χωριό. "Ήταν σαν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Όλοι αγκαλιάζονταν και έδιναν ευχές". Στο τέλος βγήκε και η απαραίτητη αναμνηστική φωτογραφία. Η ατμόσφαιρα της ξενιτιάς, η ίδια που συγκίνησε τον Αλέξη Ζούμπα έναν αιώνα πριν, είχε αρχίσει να ξεθωριάζει. Η εμπειρία της Petrusich από το τριήμερο πανηγύρι τής είχε τελικά δώσει ένα κομμάτι της απάντησης που αναζητούσε.
"Αυτό που μάλλον διέλυσε τόσο πολύ συναισθηματικά τον Ζούμπα σε εκείνο το studio της Νέας Υόρκης ήταν η σκέψη ότι ίσως δεν θα κατάφερνε ποτέ να γυρίσει πίσω. Για εμάς, τουλάχιστον, υπήρχε η ελπίδα ότι όσα νιώσαμε θα μας ακολουθούσαν όλο το χρόνο, μέχρι την επιστροφή μας το επόμενο καλοκαίρι".

Πηγή: www.lifo.gr

Ο Γιάννης Χαλδούπης κάνει πρόβα στο δάσος - Andrea Frazzetta/ The New York Times

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

Πεντακόσιοι φούρνοι στη Ρόδο...

Ένα κείμενο του Χρήστου Γιανναρά για τον τουρισμό στην Ελλάδα.

Παρότι στο Ζαγόρι δεν παρατηρούνται τα χαρακτηριστικά του μαζικού τουρισμού τα οποία συναντώνται σε άλλες περιοχές της πατρίδας μας, νομίζω ότι το άρθρο ενδιαφέρει κάθε μικρο-κοινωνία στην οποία υπάρχει τουριστική ανάπτυξη.
Το δίλημμα “παραγωγοί ή σερβιτόροι” σχετίζεται με το δίλημμα “δημιουργοί ή διεκπεραιωτές”...


Παραγωγοί ή σερβιτόροι;

του Χρήστου Γιανναρά

Μικρομαγαζάτορας στη Ρόδο, οξυνούστατος και προσγειωμένος, καταθέτει:
Την περασμένη χρονιά (2013) καταγράφηκαν στη Ρόδο τρία εκατομμύρια οκτακόσιες χιλιάδες διανυχτερεύσεις επισκεπτών. Το ελάχιστο από όσα θα καταναλώσει ένας επισκέπτης σε κάθε εικοσιτετράωρη παραμονή του στο νησί, είναι, οπωσδήποτε, ένα ψωμάκι –ένα από τα μικρά στρογγυλά αρτίδια που συνοδεύουν κάθε πρόγευμα, γεύμα ή δείπνο σε ξενοδοχείο ή ενοικιαζόμενο κατάλυμα.
Για να παράγονται στη Ρόδο 3.800.000 ψωμάκια (η ελάχιστη αναγκαία για τους επισκέπτες ποσότητα) χρειάζονται περίπου 500 φούρνοι. Τόσοι φούρνοι για να λειτουργήσουν, ως παραγωγή και εμπορία, προϋποθέτουν και συνεπάγονται τουλάχιστον 1.500 έως 2.000 θέσεις εργασίας. Η διακίνηση των υλικών που απαιτούνται για την παραγωγή των αρτιδίων και την οργάνωση της προώθησής τους στην αγορά, θα προϋπέθετε άλλους τόσους ανθρώπους στη δουλειά.
Σήμερα, τα ψωμάκια που καταναλώνονται, κατά εκατοντάδες χιλιάδων, στη Ρόδο, εισάγονται, όλα, ως κατεψυγμένη ζύμη, από την Κίνα, το Μαρόκο, την Πολωνία. Μόλις πριν από λίγες εβδομάδες έγινε εισαγωγή από την Κίνα και κατεψυγμένων μερίδων μουσακά! Ναι, ακόμα και ο προβαλλόμενος στην τουριστική αγορά σαν σύμβολο της ελληνικότητας μουσακάς, εισάγεται πια «προκάτ» από την Κίνα.
Δεκαετίες τώρα, όλα τα μικροαντικείμενα που αγοράζουν οι τουρίστες ως «ενθύμια» από την Ελλάδα, είναι όλα εισαγόμενα από χώρες με εξαιρετικά χαμηλό κόστος εργασίας: Ταϊβάν, Κίνα, Ταϊλάνδη. Εκεί παράγονται μαζικά τα ίδια σταχτοδοχεία ή πορτοφολάκια ή μπλουζάκια ή αγαλματίδια ή βαζάκια ή ό,τι άλλο ευτελές και ανυπόφορα ακαλαίσθητο, με τυπωμένο ή χαραγμένο ή έκτυπο τον Παρθενώνα ή το Κολοσσαίο ή τον πύργο του Αϊφελ -αναλόγως σε ποια χώρα θα πουληθούν.


Λέμε, με τις φανταχτερές παρόλες που φτιασιδώνουν την ντροπή και παρακμή μας, ότι «ο τουρισμός είναι η βαριά μας βιομηχανία». Και στην πράξη οργανώνουμε την υποδοχή των ξένων επισκεπτών και παραθεριστών αντιγράφοντας τις πρακτικές και τη νοοτροπία χωρών δραματικής υπανάπτυξης ή αποφασισμένων να ελκύουν μάζες πολύ χαμηλής καταναλωτικής ευχέρειας, αμφίβολης ή ανύπαρκτης καλλιέργειας, διψασμένες για κτηνώδη μεθύσια και παρανοϊκούς βανδαλισμούς. Όπως σε κάθε τομέα του κρατικού μας βίου, έτσι και στον τουρισμό, μάς εξευτελίζει η επαρχιώτικη ξιπασιά μας: Μας γυάλισαν τα μεγάλα, απρόσωπα (πανομοιότυπα διεθνώς) ξενοδοχειακά συγκροτήματα στρατωνισμού των τουριστικών κοπαδιών, όχι το παράδειγμα της Ιρλανδίας, Φινλανδίας, Ελβετίας: η ανθρώπινη σχέση με τον επισκέπτη.
Αν τα ψωμάκια και ο «μουσακάς» της Ρόδου θα εισάγονται ή όχι από την Κίνα, αν τα ξενοδοχεία μας θα είναι ισοπεδωτικές καζάρμες, δίχως ίχνος από τη φιλόξενη ελληνική «εστία», αν το ξενοδοχειακό προσωπικό θα σαρκώνει το ήθος της ελληνικής ζεστής αμεσότητας ή αν θα συγκροτείται από κάθε καρυδιάς αλλοδαπό καρύδι, μόνο για χάρη της φτηνής «μαύρης εργασίας», όλα αυτά προϋποθέτουν χάραξη μιας κεντρικής πολιτικής τουρισμού, με διάρκεια και συνέπεια. Μιλάμε δηλαδή για το εξ ορισμού ανέφικτο, αφού οι έννοιες «σύγχρονη Ελλάδα», «κεντρική πολιτική βούληση» και «συνέπεια με διάρκεια» είναι ασύμβατες και ασύμπτωτες. Δεν κατορθώσαμε να τις συνταιριάξουμε ούτε σε πεδία που καμωνόμαστε ότι μας καίνε: στην παιδεία, λ.χ., ή στην υγεία - πρόνοια - ασφάλιση.
Ωστόσο, για τη χαρά και μόνο της ομορφιάς του ονείρου, ας μιλήσουμε, λίγο ακόμα, για το ανέφικτο: Για έναν υπουργό Τουρισμού, που θα έχει επιλεγεί όχι με κριτήρια θηλυκών καλλιστείων βιτρίνας, ούτε για να καλύψει με ρουσφέτια κάποια εκλογική περιφέρεια. Υπουργό που θα επιλεγεί για να αποκαταστήσει την ιδιοπροσωπία της ελληνικής φιλοξενίας και αρχοντιάς, σε κάθε παραμικρή πτυχή της οργανωμένης υποδοχής των ξένων επισκεπτών στην Ελλάδα. Υπουργό συνεπή στη θεμελιώδη αρχή: να προσφέρεται η απαρόμοιαστη ομορφιά της ελληνικής γης και θάλασσας, στοχεύοντας σε επισκέπτες με υψηλή καλλιέργεια –π.χ. στον φυσιολατρικό τουρισμό, στον αρχαιολογικό-ιστορικό, στον σπηλαιολογικό, θρησκευτικό, συνεδριακό κ.λπ. ΄Η, με άκρα συγκατάβαση, και σε επισκέπτες που είναι διατεθειμένοι αυτή την ομορφιά να την πληρώσουν χρυσάφι.
Αρχή απαρέγκλιτη: Ό,τι προσφέρεται ως έδεσμα και ως ενθύμιο στους επισκέπτες, να είναι μόνο χειροποίητο, εγχώριας παραγωγής, με εγχώρια υλικά. Ό,τι προσφέρεται ως κατάλυμα, να αποτυπώνει την πείρα-σοφία, δηλαδή τη λειτουργική αισθητική, του ελληνικού αρχιτεκτονήματος (αυτονοήτως με σύγχρονα υλικά). Μιλάμε για πολιτική με συνέπεια, επομένως οι κραυγαλέες, προκλητικές περιπτώσεις τερατωδών ξενοδοχειακών μονάδων, που καταστρέφουν την ιδιομορφία του ελληνικού τοπίου και κλίματος, θα μπουν σε μακροπρόθεσμο (αλλά συνεπές) πρόγραμμα κατεδάφισης. (Αρχίζοντας από το υβριστικό ασέλγημα, απέναντι στον ιερό βράχο της Ακρόπολης, μουσείο-μνημείο ξιπασμένου επαρχιωτισμού, με μοναδική χρηματολάγνο στόχευση τον εντυπωσιασμό χαύνων τουριστών. Προϋπόθεση για σοβαρή πολιτική τουρισμού στην Ελλάδα, η επιστροφή στην πρόταση Κρόκου για το μουσείο της Ακρόπολης).
Καίριο ρόλο σε μια τέτοια πολιτική θα κληθεί να παίξει και ο επαγγελματικός κλάδος των ξεναγών, όπως και η ποιότητα του εκδοτικού υλικού ταξιδιωτικών οδηγών και χαρτών. Η μέριμνα και ο έλεγχος από το αρμόδιο υπουργείο της εκπαίδευσης των ξεναγών, η ποιοτική αξιολόγηση του έργου τους και η αποτίμηση της ποιότητας των εντύπων που προσφέρονται ως οδηγοί στους επισκέπτες, είναι ζωτικής σημασίας για το επίπεδο σοβαρότητας της πολιτικής για τον τουρισμό.
Το ερώτημα είναι: οι Έλληνες θέλουμε να δουλέψουμε, μας δίνει χαρά και νόημα ζωής η δημιουργική δουλειά, η καινοτομία, η ρηξικέλευθη πρωτοβουλία, η επιδίωξη της ποιότητας; Μας ενδιαφέρει να γίνουν πεντακόσιοι φούρνοι στη Ρόδο ή προτιμάμε τα ψωμάκια και ο μουσακάς να μας έρχονται από την Κίνα και εμείς να θεωρούμε προνόμιο μια θέση σερβιτόρου ή καμαριέρας στην απρόσωπη τουριστική βιομηχανία;
Έτσι που δείχνουν τα πράγματα, ίσως και μόνο η πολιτική βούληση να πάρουμε στα χέρια μας τον τουρισμό, να τον οργανώσουμε όπως εμείς ξέρουμε και μπορούμε (ξέρουμε από αιώνων παράδοση φιλοξενίας και μπορούμε από φιλότιμο πείσμα), θα αρκούσε για να χτυπηθεί καίρια η ανεργία και να ανακάμψει η αυτοπεποίθηση του Έλληνα.
Αυτά, για τη χαρά και μόνο της ομορφιάς του ονείρου.

από την «Καθημερινή»


Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

Βράβευση του ντοκιμαντέρ "Στοργή στο λαό"

 
Με το βραβείο του καλύτερου δημιουργικού ντοκιμαντέρ (Best Creative Documentary) τιμήθηκε το ντοκιμαντέρ «Στοργή στο Λαό», σε σκηνοθεσία του Ηπειρώτη (με καταγωγή από τα Άνω Πεδινά Ζαγορίου) Βασίλη Δούβλη, στο πρόσφατο διεθνές φεστιβάλ Ελληνικών ταινιών του Λονδίνου (London Greek Film Festival 2014).
Το ντοκιμαντέρ είναι βασισμένο σε άγνωστο αρχειακό υλικό, που ο σκηνοθέτης ανακάλυψε κυρίως στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, αλλά και στο Αρχείο του υπουργείου Εξωτερικών και στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας. Πραγματεύεται τη λογοκρισία στον κινηματογράφο στα χρόνια της χούντας. Περιλαμβάνει αποσπάσματα από ελληνικές και ξένες ταινίες που λογοκρίθηκαν ή απαγορεύτηκαν, επίκαιρα της εποχής, συνεντεύξεις σκηνοθετών, καθώς και απόρρητα έγραφα που έρχονται για πρώτη φορά στο φως.
Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει μικρά αποσπάσματα από 70 περίπου ελληνικές και ξένες ταινίες της εποχής, καθώς επίσης και μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις του Θόδωρου Αγγελόπουλου, που επί Δικτατορίας πραγματοποίησε την Αναπαράσταση, τον Θίασο, αλλά και τις Μέρες του ’36. Είναι αποκαλυπτικό για τη νοοτροπία της Χούντας και παρουσιάζει εκτενώς το
σκεπτικό των ίδιων των λογοκριτών. Το θέμα της λογοκρισίας την εποχή της Δικτατορίας αποτελεί σημείο αναφοράς στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας.
Το ντοκιμαντέρ έκανε το ντεμπούτο του στο διεθνές Φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης τον περασμένο Μάρτιο, προβλήθηκε σε ειδική εκδήλωση στα Γενικά Αρχεία του Κράτους τον Απρίλιο, καθώς και στο Γαλλικό Ινστιτούτο στο πλαίσιο του Cine Doc, συμμετείχε στο διεθνές Φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Αιγαίου στη Μυτιλήνη τον Σεπτέμβριο, ενώ τον Νοέμβριο θα διαγωνιστεί στο Φεστιβάλ ντοκιμαντέρ της Χαλκίδας. Η υποδοχή του υπήρξε εξαιρετικά θερμή τόσο από το κοινό, όσο και από τον Τύπο.