Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

Ματιές από Βραδέτο και Ζαγόρι

Πολύ συχνά τα όμορφα πράγματα προκύπτουν αθόρυβα, χωρίς τυμπανοκρουσίες, από προσωπικές προσπάθειες ανθρώπων που δεν διαθέτουν οικονομικά μέσα και δυνατότητες κρτατικών επιχορηγήσεων, αλλά ωθούνται επίμονα από την αγάπη για τον τόπο τους.
Στον Ζαγόρι, στον τομέα των μουσείων και των εκθέσεων υπάρχουν τα παλιότερα παραδείγματα του Λαζαρίδη στο Κουκούλι και του Τόλη στους Κήπους, αλλά και τα πιο πρόσφατα, του Οικονομίδη στον Ελαφότοπο και του Χρηστογούλα στο Βραδέτο.
Ο Στέφανος Χρηστογούλας δεν καταφέρνει σχεδόν ποτέ να αντισταθεί στο μεράκι του για το Ζαγόρι. Κι όταν γκιζεράει χωριά και βουνά, έχει πάντα μαζί του τη φωτογραφική του μηχανή.


Και καθώς είναι ένας από τους πιο πείσμονες ανθρώπους του τόπου μας, κατόρθωσε, παρά τα "δεν γίνεται" και τα "τι τα θέλ'ς αυτά", να στήσει και να διατηρεί μια αξιόλογη φωτογραφική έκθεση στο Βραδέτο, με ίδιους πόρους και "ίδιον" μόχθο.


Η αίσθηση που μένει στον επισκέπτη, εκτός από την ωραία εικαστική περιπλάνηση στις ομορφιές του Ζαγορίου είναι και η ζεστασιά της προσωπικής επαφής με τον άνθρωπο που δημιούργησε και συντηρεί την έκθεση. Η κουβέντα με το λουκούμι και το τσίπουρο, η διάχυτη αγάπη για τον τόπο είναι στοιχεία που δεν μπορούν να μας προσφέρουν ούτε κρατικές επιχορηγήσεις ούτε γραφειοκρατικές "διαχειρίσεις". Αντίθετα είναι στοιχεία που, όπως λέει και το Σύνταγμά μας, "επαφίενται στον πατριωισμό των Ελλήνων". Κι αυτός ο πατριωτισμός είναι ένα από τα πιο αισιόδοξα μηνύματα για την χώρα μας.


Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Στην "Αλεξόπ'λαινα"


Σε υψόμετρο 1030 μέτρων, στον πάνω μαχαλά, βρίσκεται αυτό το "μπαλκόνι" του χωριού.
Εκεί κοντά, αιώνες πριν, βρισκόταν το μοναστήρι της Ευαγγελίστριας και ο πρώτος πυρήνας του χωριού μας.
Τα σπίτια αυτής της γειτονιάς, πεισματωμένα, περιμένουν ακόμα τους ανθρώπους...
Ωραίος τόπος για σεργιάνι...

Σπίτια του Πάνω Μαχαλά
Το παλιό σπίτι των Μισιαίων, στο αγνάντιο...
Η Αραβνά και στη ρίζα της το ξωκλήσι της Κοίμησης
Τα παλιά αλώνια, στο βασίλεμα του ήλιου
Το μεσοχώρι
Κέντημα με πέτρες...
Μοναξιά δεν υπάρχει...
 

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

Για τις μέρες που πλησιάζουν


Το φάντασμα της αξόδευτης Αγάπης

Αν στέρηση είναι να μην έχεις αυτό που επιθυμείς, ανικανοποίητο είναι να έχεις μεν αυτό που επιθυμείς, αλλά να μη σου προσφέρει τη γεύση που περίμενες να σου προσφέρει. Η απόκτησή του να αποδεικνύεται απογοητευτική. O άνθρωπος σήμερα μαραίνεται μέσα στην εποχή του ανικανοποίητου. Κι αν, όταν στερείσαι, μπορείς να ονειρεύεσαι και να προσδοκάς, μέσα στην ανικανοποίητη καθημερινότητα και τις απανωτές απογοητεύσεις -όχι απ’ αυτά που δεν έχεις αλλά απ’ αυτά που έχεις-, δεν ξέρεις πια τι ακριβώς να επιθυμήσεις.
Από παντού ακούς χείλη πικρά να συμπεραίνουν πως δεν υπάρχει συναίσθημα, δεν υπάρχει φιλία, δεν υπάρχει εμπιστοσύνη, αξίες, φιλότιμο. Οι άνθρωποι παραπονιούνται πως δεν τους αγαπούν. Είναι εξάρτηση να περιμένεις από τους άλλους να σου χαρίσουν την αγάπη. Η αγάπη όντως είναι η μεγάλη πλήρωση της ύπαρξης, αλλά μόνο όταν πρόκειται για αγάπη που δίνεις. Όσο κι αν αγαπιέσαι, το ανικανοποίητο θα επιμένει ζοφώδες στην καρδιά, αν αυτή η καρδιά δεν μπορεί να αγαπήσει. Γεμίζουμε μονάχα απ’ την αγάπη που εμείς δίνουμε, από την πίστη που ασκούμε, από όσα δικά μας χαρίζουμε. Ακόμη κι η ψυχή διά της απωλείας της κερδίζεται.
Είναι μοίρα ή ελεύθερη επιλογή η ικανότητά μας στο συναίσθημα; Πρέπει να είναι ελεύθερη επιλογή. Γι’ αυτό και η καρδιά είναι διαρκώς θυμωμένη με τον μίζερο εαυτό μας που τη στενεύει. Κι αν είναι δύσκολο να βρίσκουμε αγάπες, είναι πολύ πιο δύσκολο να αγαπάμε· προϋποθέτει μεταστροφή της εγωιστικά εκπαιδευμένης προσωπικότητάς μας κάτι τέτοιο. Όσο την αρνούμαστε τη μεταμόρφωση, η επιδημία της ανίας και της κατάθλιψης εξαπλώνεται, σαν φάντασμα στοιχειώνει τη ζωή μας. Λέγεται πως: "Μελαγχολία είναι η αξόδευτη αγάπη…"

(Από το βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη “Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης)


Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Αλλιώτικα Χριστούγεννα


«Μέρες παράξενες, θαυμάσιες μέρες» στο Σύνταγμα

Δεν είναι μεγάλο, δεν είναι εντυπωσιακό, δεν είναι λαμπερό. Κι όμως είναι ίσως το ωραιότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο της χώρας. Με ελάχιστα στολίδια, αλλά γεμάτο τρυφερά σημειώματα που τα μικρά των Σύρων προσφύγων και των Ελλήνων αλληλέγγυων στέλνουν στους γονείς τους και σ' όλο τον κόσμο. «Θέλω να μην ξανακοιμηθώ στο πεζοδρόμιο ποτέ μου», γράφει ένα μικρό. «Θέλω να δω τη μαμά μου και τον μπαμπά μου», γράφει ο 10χρονος Μπακάν. «Εύχομαι στα παιδιά της Συρίας καλή επιτυχία, με αγάπη», απαντά ένα μικρό από την Ελλάδα.
Εβδομήντα παιδιά βρίσκονται ανάμεσα στους Σύρους της πλατείας Συντάγματος, εκ των οποίων τα 8 κάνουν το μακρύ ταξίδι προς την Ευρώπη ασυνόδευτα. Κι επειδή ακόμα και στις πιο άγριες συνθήκες τα πιτσιρίκια μένουν πάντα πιτσιρίκια, γελάνε, παίζουν, τρέχουν και ποζάρουν όλο νάζι στο φωτογραφικό φακό. 
«Τι το θέλουν το δέντρο οι μουσουλμάνοι;», αναρωτιόταν φωναχτά μια κυρία. «Κάποιοι από εμάς είναι χριστιανοί και, πάντως, τα Χριστούγεννα είναι για όλους», της απάντησαν οι πρόσφυγες. 

 
«Μέρες παράξενες, θαυμάσιες μέρες» εξελίσσονται στην κεντρικότερη πλατεία της χώρας. Και για όσους από εσάς έχετε παιδιά, ανίψια, βαφτιστήρια δεν υπάρχει ωραιότερη βόλτα από το Σύνταγμα. Αν το περίφημο πνεύμα των Χριστουγέννων υπάρχει, εκεί θα το βιώσετε από τώρα, κάθε μέρα, όλη μέρα: κατοικεί στα χέρια που σφίγγουν ξένα χέρια, στις αγκαλιές που ανοίγουν σε ξένες αγκαλιές, στα μάτια που συναντούν ξένα μάτια. Και σε μια γλώσσα που δεν χρειάζεται λέξεις για να συνεννοηθούν οι άνθρωποι μεταξύ τους. Οι Σύροι πρόσφυγες μάς κάνουν το μεγαλύτερο δώρο: στην καρδιά της άγριας μητρόπολης μάς θυμίζουν την ανθρωπιά μας.
Ντίνα Δασκαλοπούλου από efsyn


Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

Από τα εγκαίνια του ΠΑΛΑΣΕ

Χαιρετισμός του Πρύτανη κ. Γιώργου Καψάλη

Χαιρετισμός του Δήμαρχου Ζαγορίου κ. Βασίλη Σπύρου

Οι λειτουργίες του Σταθμού Έρευνας, σε παρουσίαση του Τζων Χάλλεϋ

Τα πλεονεκτήματα του Λαμπριάδειου Σταθμού Έρευνας. Στο Ζαγόρι συναντάται το 1/3 της χλωρίδας του ελληνικού χώρου!

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

"Λαουτοπία"

 
Ένα «λαϊκό κονσέρτο» για δυο λαούτα, που ξεπερνούν τα όρια του συνηθισμένου και δεν φοβούνται την πρόκληση μιας νέας πρότασης. Κάποιες φορές ντύνονται τους ήχους της ηλεκτρικής κιθάρας, άλλες φορές παίζουν φλαμένγκο ή διασκευάζουν ελληνικά τραγούδια, για να καταλήξουν στους γνώριμους λαϊκούς και παραδοσιακούς ήχους, με τους οποίους έχουν ταυτιστεί. Η Λαουτοπία δεν στέκεται αμήχανη μπρος στη λιτότητά της. Είναι μια ρομαντική μουσική περιπέτεια, πλούσια σε αυτοτελείς τραγουδιστικές ερμηνείες.
Ο Δημήτρης Υφαντής θυμάται τραγούδια από το παρελθόν που έχουν ερμηνεύσει σπουδαίοι τραγουδιστές, όπως η Βίκυ Μοσχολιού, ο Ηλίας Κλωναρίδης, η Χάρις Αλεξίου, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο Μανώλης Λιδάκης κ.α., όπως φυσικά και τραγούδια από τη δική του δισκογραφική πορεία. Η παράδοση δε θα μπορούσε να λείπει από μια τέτοια μουσική παράσταση, καθώς πάνω της έχει χτιστεί και χτίζεται το λαϊκό και έντεχνο ελληνικό τραγούδι.

Δημήτρης Υφαντής: τραγούδι, λαουτοκιθάρα, μαντολίνο, φλογέρες
Θανάσης Βόλας: λαούτο, τζουράς

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

Χρώματα φθινοπώρου


Τα έντονα χρώματα των φύλλων, η παλέτα του γκρίζου στην ατμόσφαιρα, τα γήινα χρώματα των ξύλων, όλα αυτά προμηνύουν ότι το φως αποσύρεται σιγά-σιγά για να ξεκουραστεί... 





Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Η σαγηνευτικότερη μουσική του κόσμου


Οι New York Times αναζητούν την σαγηνευτικότερη μουσική του κόσμου 
στην Ήπειρο

Το ταξίδι στον τόπο που γέννησε το ηπειρώτικο μοιρολόι 
του βιολιτζή Αλέξη Ζούμπα

Απόδοση από τους New York Times για το LIFO.gr.
Σταυριάννα Χαραλαμποπούλου

«Στις 20 Σεπτέμβρη του 1926, ο ελληνικής καταγωγής βιολιτζής Αλέξης Ζούμπας ηχογραφεί ένα από τα πιο συγκλονιστικά μουσικά κομμάτια που έχω ακούσει ποτέ.», αναφέρει η Amanda Petrusich των New York Times. Πρώτη φορά ήρθε σε επαφή με τη μουσική του μέσω του Cristopher King. Μέσα από μία τεράστια συλλογή βινυλίων, ο μουσικός παράγωγος τής πρότεινε να ακούσει τον Ζούμπα. Είχε μάθει τόσο καλά το γούστο της, που ήταν σίγουρος ότι ο Έλληνας βιολιστής θα την μάγευε με το Ηπειρώτικο Μοιρολόι. Και δεν έπεσε έξω
Ο Αλέξης Ζούμπας ηχογράφησε το μοιρολόι στις 20 Σεπτεμβρίου του 1926, ένα θρήνο που μέχρι σήμερα ψάλλεται πάνω από τάφους στην Ήπειρο. Είναι λίγο μεγαλύτερο από τέσσερα λεπτά και άρτια εκτελεσμένο. Δεν είναι όμως η τεχνική που μάγεψε τη δημοσιογράφο. "Υπάρχει μια παλλόμενη υστερία στο παίξιμό του. Η κάθε νότα τρέμει, σα να υπέφερε πρόσφατα από μία συναισθηματική κατάρρευση". Λέγεται ότι εκείνη την περίοδο, ο Ζούμπας είχε βυθιστεί στη μελαγχολία της ξενιτιάς και της νοσταλγίας για την Ελλάδα, έχοντας περάσει στην Αμερική ήδη 16 χρόνια.
Σε μια προσπάθεια να μάθει τι ακριβώς ήταν αυτό που τον συγκίνησε τόσο πολύ, ώστε να δημιουργήσει ένα τόσο έντονο μοιρολόι, ποιος χαμός τον έφερε σε αυτή τη συναισθηματική κατάσταση, η Petrusich ταξίδεψε μέχρι την Ήπειρο και οι New York Times κατέγραψαν το οδοιπορικό της. Μετά από προτροπή του King, έφτασε στο χωριό Βίτσα. Ήθελε να ζήσει από κοντά την εμπειρία ενός μοιρολογιού, ενός λαϊκού πανηγυριού, αφού ο King της είχε πει ότι "αυτά τα τραγούδια ζουν και πεθαίνουν στα βλέμματα, τις χειραψίες και τις αγκαλιές που ανταλλάσσουν οι άνθρωποι στο άκουσμά τους". Ο παραγωγός, που ταξιδεύει όσο πιο συχνά μπορεί στην Ήπειρο, επέλεγε πάντοτε αυτό το μεσαίου μεγέθους χωριουδάκι, που βρίσκεται ψηλά στην οροσειρά την Πίνδου και διοργανώνει το ετήσιο πανηγύρι του στις 14-17 Αυγούστου. Ως δημοσιογράφος, η Petrusich πίστευε ότι ο καλύτερος τρόπος να λύσει το μυστήριο που την απασχολούσε ήταν να κάνει αυτό το ταξίδι και να ζήσει όλη αυτή την εμπειρία. Έτσι εκείνο το καλοκαίρι έκαναν μαζί το μεγάλο ταξίδι από την Αμερική στο ορεινό χωριουδάκι της Ηπείρου.
Η Petrusich χρησιμοποίησε για τη Βίτσα τη φράση "ασυνήθιστα ειδυλλιακή". Εντυπωσιάστηκε από τα ολόλευκα σπίτια από ασβεστόλιθο με τις "ελάχιστες παραχωρήσεις στην νεωτερικότητα". Διάβασε για την ιστορία της, από τους Βυζαντινούς μέχρι τον Λόρδο Βύρωνα, θαύμασε την καθαρή και γεμάτη υγεία ατμόσφαιρα του τόπου, τα καλντερίμια και τα πλατάνια στην κεντρική πλατεία. Στο χωριό που οι περισσότεροι επιστρέφουν το καλοκαίρι, το αυγουστιάτικο πανηγύρι του σφύζει από κόσμο, τραγούδι και χορό. Η δημοσιογράφος έφαγε σουβλάκια, ήπιε τσίπουρο και έζησε μέσα σε ένα κλίμα "χαρούμενο, σχεδόν ενθουσιώδες". Έμαθε, από έναν 33χρονο ντόπιο, ότι το πανηγύρι γίνεται για να γιορτάσουν οι άνθρωποι ότι "σήμερα είμαστε εδώ μαζί και του χρόνου μπορεί να μην είμαστε και γι' αυτό χορεύουμε, και γι' αυτό κλαίμε".
Το μοιρολόι που άνοιξε το πανηγύρι ήταν αυτοσχεδιασμός, όπως είναι όλα τα μοιρολόγια, με εξαίρεση την ύπαρξη ορισμένων μουσικών δεικτών που συνθέτουν το είδος. Οι περισσότερες παραδοσιακές Ηπειρώτικες ενορχηστρώσεις αποτελούνται από κλαρίνο, βιολί, λαούτο και ντέφι. Η μελωδία του είναι ταραγμένη και ορισμένες φορές, αν η εκτέλεση είναι πολύ καλή, το μοιρολόι μπορεί να "ξεδιαλύνει πράγματα μέσα σου". Είναι "γι' αυτούς που δεν είναι εδώ".
Η εκτέλεση του "Ηπειρώτικου Μοιρολογιού" που άκουσε και έζησε η Petrusich σε εκείνο το πανηγύρι δεν ήταν ίδια με του Ζούμπα, αφού δεν μπορεί να υπάρχει το ίδιο μέγεθος απελπισίας κάθε φορά. Αυτό που άκουσε η δημοσιογράφος στη Βίτσα ήταν μια πιο απαλή εκδοχή της σύνθεσης, με λιγότερη ταραχή μέσα της, αλλά εμποτισμένη με "μία ανείπωτη πείνα". Το βλέμμα του Γρηγόρη Καψάλη, ο οποίος εκτελούσε το κομμάτι στο κλαρίνο, ήταν μαλακό, συχνά έχανε στην εστίασή του και έμοιαζε χαμένο. Κατά τη διάρκεια του μοιρολογιού, οι ντόπιοι ξεκίνησαν τους παραδοσιακούς τους χορούς. Η Petrusich σηκώθηκε και μπήκε στον κύκλο, κάνοντας "συνεχόμενες και γελοίες προσπάθειες" να ακολουθήσει τα πολύπλοκα βήματα του χορού. Την επόμενη μέρα, ο Καψάλης της είπε ότι την χάρηκε γιατί "είχε μπει στο πνεύμα".
Μέσα από την έρευνά της, η δημοσιογράφος ανακάλυψε ότι η δύναμη της Ηπειρώτικης μουσικής, που αποτελεί την πηγή και τη δομή της εμπειρίας του πανηγυριού, προέρχεται από την έντονη απομόνωση του τόπου. Οι μουσικές αυτές συνθέσεις συχνά μιμούνται τις "σκληρές φιγούρες του τοπίου" και τα όργανα αναπαράγουν φυσικούς ήχους.
Μετά την δεύτερη μόλις μέρα παραμονής της στο χωριό, η Petrusich ένιωσε πως είχε παρασυρθεί σε μία "κατάσταση συνεχούς παραζάλης" και πως η μουσική την "γιάτρευε". Η αντίληψη για τις θεραπευτικές ικανότητες των μοιρολογιών και των πανηγυριώτικων τραγουδιών είναι ιδιαίτερα έντονη στην Ήπειρο και οι μουσικοί θεωρούνται κάποιου είδους ψυχολόγοι. Βλέπουν τι είναι "σπασμένο" και προσπαθούν να το φτιάξουν, όπως της είπε ένας ντόπιος μουσικός. Τα πανηγύρια είναι ένα λαϊκό τελετουργικό κάθαρσης.

Ξημέρωμα στη Βίτσα: O Διονύσης Παπαστέργιος οδηγεί τους κατοίκους παίζοντας λαούτο - Andrea Frazzetta/ The New York Times
  
Την τελευταία μέρα του πανηγυριού, ο King την ξύπνησε στις 8 το πρωί, αφού είχανε πέσει για ύπνο μόλις 3 ώρες πριν. "Ετοιμάζονται". Η Petrusich σηκώθηκε και τον ακολούθησε στην κεντρική πλατεία του χωριού. Είχε έρθει η ώρα για τον τελευταίο χορό. Οι ντόπιοι ήταν ακόμα εκεί, εξαντλημένοι αλλά χαρούμενοι, ακόμα στην "πίστα". Ένας άντρας, μεγάλος σε ηλικία, την πλησίασε και της είπε: "Κατάλαβες; Βλέπεις; Δεν χρειαζόμαστε γιατρούς! Είμαστε χαρούμενοι!". Εκείνο το πρωί η Amanda Petrusich άφησε το δημοσιογραφικό της μπλοκάκι στην άκρη και μπήκε στο χορό. Οι ντόπιοι συνόδευσαν την μπάντα στην έξοδο του χωριού, όπου και έκαναν έναν κύκλο γύρω τους, αποχαιρετώντας τους με χειροκροτήματα και χορό.
Με ένα μαγικό τρόπο όλοι ησύχασαν ταυτόχρονα. Μετά από ένα σιγανό κλάμα μικρής διάρκειας, "από εκείνο που δεν αντιλαμβάνεσαι μέχρι να φτάσει η αλμύρα στα χείλη σου", ξεκίνησαν όλοι μαζί την επιστροφή στο χωριό. "Ήταν σαν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Όλοι αγκαλιάζονταν και έδιναν ευχές". Στο τέλος βγήκε και η απαραίτητη αναμνηστική φωτογραφία. Η ατμόσφαιρα της ξενιτιάς, η ίδια που συγκίνησε τον Αλέξη Ζούμπα έναν αιώνα πριν, είχε αρχίσει να ξεθωριάζει. Η εμπειρία της Petrusich από το τριήμερο πανηγύρι τής είχε τελικά δώσει ένα κομμάτι της απάντησης που αναζητούσε.
"Αυτό που μάλλον διέλυσε τόσο πολύ συναισθηματικά τον Ζούμπα σε εκείνο το studio της Νέας Υόρκης ήταν η σκέψη ότι ίσως δεν θα κατάφερνε ποτέ να γυρίσει πίσω. Για εμάς, τουλάχιστον, υπήρχε η ελπίδα ότι όσα νιώσαμε θα μας ακολουθούσαν όλο το χρόνο, μέχρι την επιστροφή μας το επόμενο καλοκαίρι".

Πηγή: www.lifo.gr

Ο Γιάννης Χαλδούπης κάνει πρόβα στο δάσος - Andrea Frazzetta/ The New York Times

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

Πεντακόσιοι φούρνοι στη Ρόδο...

Ένα κείμενο του Χρήστου Γιανναρά για τον τουρισμό στην Ελλάδα.

Παρότι στο Ζαγόρι δεν παρατηρούνται τα χαρακτηριστικά του μαζικού τουρισμού τα οποία συναντώνται σε άλλες περιοχές της πατρίδας μας, νομίζω ότι το άρθρο ενδιαφέρει κάθε μικρο-κοινωνία στην οποία υπάρχει τουριστική ανάπτυξη.
Το δίλημμα “παραγωγοί ή σερβιτόροι” σχετίζεται με το δίλημμα “δημιουργοί ή διεκπεραιωτές”...


Παραγωγοί ή σερβιτόροι;

του Χρήστου Γιανναρά

Μικρομαγαζάτορας στη Ρόδο, οξυνούστατος και προσγειωμένος, καταθέτει:
Την περασμένη χρονιά (2013) καταγράφηκαν στη Ρόδο τρία εκατομμύρια οκτακόσιες χιλιάδες διανυχτερεύσεις επισκεπτών. Το ελάχιστο από όσα θα καταναλώσει ένας επισκέπτης σε κάθε εικοσιτετράωρη παραμονή του στο νησί, είναι, οπωσδήποτε, ένα ψωμάκι –ένα από τα μικρά στρογγυλά αρτίδια που συνοδεύουν κάθε πρόγευμα, γεύμα ή δείπνο σε ξενοδοχείο ή ενοικιαζόμενο κατάλυμα.
Για να παράγονται στη Ρόδο 3.800.000 ψωμάκια (η ελάχιστη αναγκαία για τους επισκέπτες ποσότητα) χρειάζονται περίπου 500 φούρνοι. Τόσοι φούρνοι για να λειτουργήσουν, ως παραγωγή και εμπορία, προϋποθέτουν και συνεπάγονται τουλάχιστον 1.500 έως 2.000 θέσεις εργασίας. Η διακίνηση των υλικών που απαιτούνται για την παραγωγή των αρτιδίων και την οργάνωση της προώθησής τους στην αγορά, θα προϋπέθετε άλλους τόσους ανθρώπους στη δουλειά.
Σήμερα, τα ψωμάκια που καταναλώνονται, κατά εκατοντάδες χιλιάδων, στη Ρόδο, εισάγονται, όλα, ως κατεψυγμένη ζύμη, από την Κίνα, το Μαρόκο, την Πολωνία. Μόλις πριν από λίγες εβδομάδες έγινε εισαγωγή από την Κίνα και κατεψυγμένων μερίδων μουσακά! Ναι, ακόμα και ο προβαλλόμενος στην τουριστική αγορά σαν σύμβολο της ελληνικότητας μουσακάς, εισάγεται πια «προκάτ» από την Κίνα.
Δεκαετίες τώρα, όλα τα μικροαντικείμενα που αγοράζουν οι τουρίστες ως «ενθύμια» από την Ελλάδα, είναι όλα εισαγόμενα από χώρες με εξαιρετικά χαμηλό κόστος εργασίας: Ταϊβάν, Κίνα, Ταϊλάνδη. Εκεί παράγονται μαζικά τα ίδια σταχτοδοχεία ή πορτοφολάκια ή μπλουζάκια ή αγαλματίδια ή βαζάκια ή ό,τι άλλο ευτελές και ανυπόφορα ακαλαίσθητο, με τυπωμένο ή χαραγμένο ή έκτυπο τον Παρθενώνα ή το Κολοσσαίο ή τον πύργο του Αϊφελ -αναλόγως σε ποια χώρα θα πουληθούν.


Λέμε, με τις φανταχτερές παρόλες που φτιασιδώνουν την ντροπή και παρακμή μας, ότι «ο τουρισμός είναι η βαριά μας βιομηχανία». Και στην πράξη οργανώνουμε την υποδοχή των ξένων επισκεπτών και παραθεριστών αντιγράφοντας τις πρακτικές και τη νοοτροπία χωρών δραματικής υπανάπτυξης ή αποφασισμένων να ελκύουν μάζες πολύ χαμηλής καταναλωτικής ευχέρειας, αμφίβολης ή ανύπαρκτης καλλιέργειας, διψασμένες για κτηνώδη μεθύσια και παρανοϊκούς βανδαλισμούς. Όπως σε κάθε τομέα του κρατικού μας βίου, έτσι και στον τουρισμό, μάς εξευτελίζει η επαρχιώτικη ξιπασιά μας: Μας γυάλισαν τα μεγάλα, απρόσωπα (πανομοιότυπα διεθνώς) ξενοδοχειακά συγκροτήματα στρατωνισμού των τουριστικών κοπαδιών, όχι το παράδειγμα της Ιρλανδίας, Φινλανδίας, Ελβετίας: η ανθρώπινη σχέση με τον επισκέπτη.
Αν τα ψωμάκια και ο «μουσακάς» της Ρόδου θα εισάγονται ή όχι από την Κίνα, αν τα ξενοδοχεία μας θα είναι ισοπεδωτικές καζάρμες, δίχως ίχνος από τη φιλόξενη ελληνική «εστία», αν το ξενοδοχειακό προσωπικό θα σαρκώνει το ήθος της ελληνικής ζεστής αμεσότητας ή αν θα συγκροτείται από κάθε καρυδιάς αλλοδαπό καρύδι, μόνο για χάρη της φτηνής «μαύρης εργασίας», όλα αυτά προϋποθέτουν χάραξη μιας κεντρικής πολιτικής τουρισμού, με διάρκεια και συνέπεια. Μιλάμε δηλαδή για το εξ ορισμού ανέφικτο, αφού οι έννοιες «σύγχρονη Ελλάδα», «κεντρική πολιτική βούληση» και «συνέπεια με διάρκεια» είναι ασύμβατες και ασύμπτωτες. Δεν κατορθώσαμε να τις συνταιριάξουμε ούτε σε πεδία που καμωνόμαστε ότι μας καίνε: στην παιδεία, λ.χ., ή στην υγεία - πρόνοια - ασφάλιση.
Ωστόσο, για τη χαρά και μόνο της ομορφιάς του ονείρου, ας μιλήσουμε, λίγο ακόμα, για το ανέφικτο: Για έναν υπουργό Τουρισμού, που θα έχει επιλεγεί όχι με κριτήρια θηλυκών καλλιστείων βιτρίνας, ούτε για να καλύψει με ρουσφέτια κάποια εκλογική περιφέρεια. Υπουργό που θα επιλεγεί για να αποκαταστήσει την ιδιοπροσωπία της ελληνικής φιλοξενίας και αρχοντιάς, σε κάθε παραμικρή πτυχή της οργανωμένης υποδοχής των ξένων επισκεπτών στην Ελλάδα. Υπουργό συνεπή στη θεμελιώδη αρχή: να προσφέρεται η απαρόμοιαστη ομορφιά της ελληνικής γης και θάλασσας, στοχεύοντας σε επισκέπτες με υψηλή καλλιέργεια –π.χ. στον φυσιολατρικό τουρισμό, στον αρχαιολογικό-ιστορικό, στον σπηλαιολογικό, θρησκευτικό, συνεδριακό κ.λπ. ΄Η, με άκρα συγκατάβαση, και σε επισκέπτες που είναι διατεθειμένοι αυτή την ομορφιά να την πληρώσουν χρυσάφι.
Αρχή απαρέγκλιτη: Ό,τι προσφέρεται ως έδεσμα και ως ενθύμιο στους επισκέπτες, να είναι μόνο χειροποίητο, εγχώριας παραγωγής, με εγχώρια υλικά. Ό,τι προσφέρεται ως κατάλυμα, να αποτυπώνει την πείρα-σοφία, δηλαδή τη λειτουργική αισθητική, του ελληνικού αρχιτεκτονήματος (αυτονοήτως με σύγχρονα υλικά). Μιλάμε για πολιτική με συνέπεια, επομένως οι κραυγαλέες, προκλητικές περιπτώσεις τερατωδών ξενοδοχειακών μονάδων, που καταστρέφουν την ιδιομορφία του ελληνικού τοπίου και κλίματος, θα μπουν σε μακροπρόθεσμο (αλλά συνεπές) πρόγραμμα κατεδάφισης. (Αρχίζοντας από το υβριστικό ασέλγημα, απέναντι στον ιερό βράχο της Ακρόπολης, μουσείο-μνημείο ξιπασμένου επαρχιωτισμού, με μοναδική χρηματολάγνο στόχευση τον εντυπωσιασμό χαύνων τουριστών. Προϋπόθεση για σοβαρή πολιτική τουρισμού στην Ελλάδα, η επιστροφή στην πρόταση Κρόκου για το μουσείο της Ακρόπολης).
Καίριο ρόλο σε μια τέτοια πολιτική θα κληθεί να παίξει και ο επαγγελματικός κλάδος των ξεναγών, όπως και η ποιότητα του εκδοτικού υλικού ταξιδιωτικών οδηγών και χαρτών. Η μέριμνα και ο έλεγχος από το αρμόδιο υπουργείο της εκπαίδευσης των ξεναγών, η ποιοτική αξιολόγηση του έργου τους και η αποτίμηση της ποιότητας των εντύπων που προσφέρονται ως οδηγοί στους επισκέπτες, είναι ζωτικής σημασίας για το επίπεδο σοβαρότητας της πολιτικής για τον τουρισμό.
Το ερώτημα είναι: οι Έλληνες θέλουμε να δουλέψουμε, μας δίνει χαρά και νόημα ζωής η δημιουργική δουλειά, η καινοτομία, η ρηξικέλευθη πρωτοβουλία, η επιδίωξη της ποιότητας; Μας ενδιαφέρει να γίνουν πεντακόσιοι φούρνοι στη Ρόδο ή προτιμάμε τα ψωμάκια και ο μουσακάς να μας έρχονται από την Κίνα και εμείς να θεωρούμε προνόμιο μια θέση σερβιτόρου ή καμαριέρας στην απρόσωπη τουριστική βιομηχανία;
Έτσι που δείχνουν τα πράγματα, ίσως και μόνο η πολιτική βούληση να πάρουμε στα χέρια μας τον τουρισμό, να τον οργανώσουμε όπως εμείς ξέρουμε και μπορούμε (ξέρουμε από αιώνων παράδοση φιλοξενίας και μπορούμε από φιλότιμο πείσμα), θα αρκούσε για να χτυπηθεί καίρια η ανεργία και να ανακάμψει η αυτοπεποίθηση του Έλληνα.
Αυτά, για τη χαρά και μόνο της ομορφιάς του ονείρου.

από την «Καθημερινή»


Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

Βράβευση του ντοκιμαντέρ "Στοργή στο λαό"

 
Με το βραβείο του καλύτερου δημιουργικού ντοκιμαντέρ (Best Creative Documentary) τιμήθηκε το ντοκιμαντέρ «Στοργή στο Λαό», σε σκηνοθεσία του Ηπειρώτη (με καταγωγή από τα Άνω Πεδινά Ζαγορίου) Βασίλη Δούβλη, στο πρόσφατο διεθνές φεστιβάλ Ελληνικών ταινιών του Λονδίνου (London Greek Film Festival 2014).
Το ντοκιμαντέρ είναι βασισμένο σε άγνωστο αρχειακό υλικό, που ο σκηνοθέτης ανακάλυψε κυρίως στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, αλλά και στο Αρχείο του υπουργείου Εξωτερικών και στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας. Πραγματεύεται τη λογοκρισία στον κινηματογράφο στα χρόνια της χούντας. Περιλαμβάνει αποσπάσματα από ελληνικές και ξένες ταινίες που λογοκρίθηκαν ή απαγορεύτηκαν, επίκαιρα της εποχής, συνεντεύξεις σκηνοθετών, καθώς και απόρρητα έγραφα που έρχονται για πρώτη φορά στο φως.
Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει μικρά αποσπάσματα από 70 περίπου ελληνικές και ξένες ταινίες της εποχής, καθώς επίσης και μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις του Θόδωρου Αγγελόπουλου, που επί Δικτατορίας πραγματοποίησε την Αναπαράσταση, τον Θίασο, αλλά και τις Μέρες του ’36. Είναι αποκαλυπτικό για τη νοοτροπία της Χούντας και παρουσιάζει εκτενώς το
σκεπτικό των ίδιων των λογοκριτών. Το θέμα της λογοκρισίας την εποχή της Δικτατορίας αποτελεί σημείο αναφοράς στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας.
Το ντοκιμαντέρ έκανε το ντεμπούτο του στο διεθνές Φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης τον περασμένο Μάρτιο, προβλήθηκε σε ειδική εκδήλωση στα Γενικά Αρχεία του Κράτους τον Απρίλιο, καθώς και στο Γαλλικό Ινστιτούτο στο πλαίσιο του Cine Doc, συμμετείχε στο διεθνές Φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Αιγαίου στη Μυτιλήνη τον Σεπτέμβριο, ενώ τον Νοέμβριο θα διαγωνιστεί στο Φεστιβάλ ντοκιμαντέρ της Χαλκίδας. Η υποδοχή του υπήρξε εξαιρετικά θερμή τόσο από το κοινό, όσο και από τον Τύπο.

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Το μήνυμα μιας 26χρονης Ιρανής

 
Ένα σπαρακτικό μήνυμα έστειλε στη μητέρα της μια 26χρονη Ιρανή που εκτελέστηκε στις 25 Οκτωβρίου. Η Reyhaneh Jabbari απαγχονίστηκε, επειδή το 2007 είχε κατηγορηθεί για τη δολοφονία ενός άνδρα που προσπάθησε να τη βιάσει. Στο ηχητικό μήνυμα, που ηχογράφησε για τη μητέρα της τον Απρίλη, φαίνεται να έχει συμβιβαστεί με τη μοίρα της, μετά από πέντε χρόνια αναμονής της εκτέλεσής της. Ιρανοί ακτιβιστές διαμοίρασαν το μήνυμα, σύμφωνα με τη θέληση της Jabbari.


Αγαπημένη Sholeh, σήμερα έμαθα ότι είναι η σειρά μου να αντιμετωπίσω την Qisas (το Ιρανικό καθεστώς εκπλήρωσης του νόμου της ανταπόδοσης). Νιώθω πληγωμένη, γιατί δεν μου είπες εσύ ότι έχω φτάσει στην τελευταία σελίδα του βιβλίου της ζωής μου. Δεν πιστεύεις ότι έπρεπε να ξέρω; Ξέρεις πόση ντροπή νιώθω που είσαι στεναχωρημένη. Γιατί δεν μου έδωσες την ευκαιρία να φιλήσω το χέρι σου κι εκείνο του πατέρα;
Ο κόσμος μού επέτρεψε να ζήσω ελεύθερη για 19 χρόνια. Εκείνο το απαίσιο βράδυ θα έπρεπε να πεθάνω εγώ. Το σώμα μου θα είχε πεταχτεί σε κάποια γωνιά της πόλης και, ύστερα από λίγες μέρες, η αστυνομία θα σε οδηγούσε στο γραφείο του ανακριτή, για να αναγνωρίσεις το πτώμα μου. Εκεί θα μάθαινες ότι με είχαν βιάσει. Ο δολοφόνος δεν θα είχε βρεθεί ποτέ, εφόσον δεν έχουμε ούτε τα πλούτη ούτε τη δύναμή τους. Ύστερα θα συνέχιζες τη ζωή σου με βάσανα και ντροπή. Λίγα χρόνια αργότερα θα πέθαινες από αυτό το βάσανο και αυτό θα ήταν όλο.
Παρ' όλα αυτά, με αυτό το καταραμένο χτύπημα η ιστορία άλλαξε. Το σώμα μου δεν πετάχτηκε σε κάποια άκρη, αλλά στον τάφο της φυλακής Evin και των μοναχικών της θαλάμων και τώρα στην όμοια με τάφο φυλακή Shar-e Ray. Αλλά παραδώσου στην μοίρα και μην παραπονιέσαι. Ξέρεις καλά ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος της ζωής. Μου έμαθες ότι ερχόμαστε στον κόσμο για να κερδίσουμε εμπειρίες και να πάρουμε μαθήματα και ότι μαζί με κάθε άνθρωπο γεννιέται και μία ευθύνη. Έμαθα ότι κάποιες φορές πρέπει κανείς να παλέψεις. Θυμάμαι που μου είπες ότι ο αμαξάς διαμαρτυρήθηκε για τον άντρα που τον μαστίγωσε, αλλά εκείνος τον μαστίγωσε στο κεφάλι και στο πρόσωπο τόσο, που τελικά τον σκότωσε. Μου είπες ότι για τη δημιουργία μιας αξίας θα πρέπει κανείς να επιμένει, ακόμα κι αν πεθάνει. Μας έμαθες ότι στο σχολείο θα πρέπει να παραμένουμε «κυρίες», όταν αντιμετωπίζουμε καυγάδες και πειράγματα. Θυμάσαι πόσο πολύ επέμενες στον τρόπο συμπεριφοράς μας; Η συμβουλή σου ήταν λάθος τελικά.
Όταν αυτό το περιστατικό συνέβη, οι διδαχές μου δεν με βοήθησαν. Το να είμαι παρούσα στο δικαστήριο με έκανε να φαίνομαι σαν ψυχρός δολοφόνος και σαν αδίστακτη εγκληματίας. Δεν έχυσα δάκρυα. Δεν παρακάλεσα. Δεν έσκυψα το κεφάλι μου, γιατί είχα εμπιστοσύνη στο νόμο. Αλλά κατηγορήθηκα ότι ήμουν αδιάφορη ως προς την αντιμετώπιση του εγκλήματος. Βλέπεις, δεν έχω σκοτώσει ούτε κουνούπι και τις κατσαρίδες τις απομάκραινα πιάνοντάς τες από τις κεραίες τους. Τώρα θεωρούμαι πλέον ένας δολοφόνος εκ προ μελέτης. Η συμπεριφορά μου απέναντι στα ζώα μεταφράστηκε σαν θέληση να ήμουν αγόρι και ο δικαστής δεν ασχολήθηκε περισσότερο ώστε να παρατηρήσει ότι την περίοδο του περιστατικού είχα μακριά, βαμμένα νύχια. Πόσο αισιόδοξος είναι εκείνος που περίμενε δικαιοσύνη από δικαστές! Δεν έλαβε ποτέ υπ' όψιν του το γεγονός ότι τα χέρια μου δεν ήταν τραχιά, σαν μιας γυναίκας που αθλείται, πόσο μάλλον μιας μποξέρ. Και αυτή η χώρα, για την οποία έσπειρες την αγάπη μέσα μου, δεν με ήθελε ποτέ και κανείς δεν με στήριξε, όταν κάτω από τα χτυπήματα του ανακριτή έκλαιγα και άκουγα τους πιο χυδαίους χαρακτηρισμούς. Όταν και το τελευταίο σημάδι ομορφιάς έφυγε από εμένα και ξύρισαν το κεφάλι μου, με αντάμειψαν με 11 μέρες στην απομόνωση.
Αγαπημένη Sholeh, μην κλάψεις με αυτά που ακούς. Όταν την πρώτη μέρα στο αστυνομικό τμήμα ένας ανύπανδρος άνδρας με πλήγωσε για τα νύχια μου, κατάλαβα ότι την ομορφιά δεν την ψάχνει κανείς εδώ πέρα. Ούτε την ομορφιά της εμφάνισης ή την ομορφιά των σκέψεων και των ευχών ή έναν όμορφο γραφικό χαρακτήρα ή την ομορφιά των ματιών και του οράματος ή ακόμα και την ομορφιά μιας φωνής. Αγαπημένη μου μητέρα, η ιδεολογία μου έχει αλλάξει και δεν ευθύνεσαι εσύ γι' αυτό. Τα λόγια μου δεν έχουν τέλος και έδωσα το μήνυμα σε κάποιον, έτσι ώστε, όταν θα εκτελεστώ χωρίς την παρουσία σου, να δοθεί σε εσένα. Σου άφησα και πολύ γραπτό υλικό ως κληρονομιά.
Παρ' όλα αυτά, πριν το θάνατό μου θέλω κάτι ακόμα από εσένα. Κάτι που θα πρέπει να μου προσφέρεις με όλη τη δύναμή σου και με κάθε τρόπο που μπορείς. Για την ακρίβεια, είναι το μόνο πράγμα που θέλω από αυτόν τον κόσμο, από αυτή τη χώρα και από σένα. Ξέρω ότι χρειάζεσαι χρόνο γι' αυτό. Γι αυτό το λόγο σου λέω ένα μέρος της διαθήκης μου νωρίτερα. Σε παρακαλώ, μην κλαις και άκου. Θέλω να πας στο δικαστήριο και τους πεις το αίτημά μου. Δεν μπορώ να γράψω τέτοιο γράμμα μέσα από τη φυλακή για να εγκριθεί από τον διευθυντή της. Για μια ακόμα φορά πρέπει να υποφέρεις εξαιτίας μου. Είναι το μοναδικό πράγμα για το οποίο, ακόμα κι αν εκλιπαρούσες γι' αυτό, δεν θα θύμωνα, αν και σου έχω πει πολλές φορές να μην παρακαλέσεις για να με σώσεις από την εκτέλεση.
Καλή μου μητέρα, αγαπημένη Sholeh, που σ' αγαπάω περισσότερο κι από τη ζωή μου. Δεν θέλω να σαπίσω κάτω από το χώμα. Δεν θέλω τα μάτια μου ή η νεαρή μου καρδιά να γίνουν σκόνη. Παρακάλεσε να κανονιστεί έτσι ώστε, με το που θα απαγχονιστώ, η καρδιά μου, τα νεφρά, τα μάτια, τα κόκκαλά μου και οτιδήποτε άλλο μπορεί να μεταμοσχευτεί να δοθούν σε κάποιους που τα έχουν ανάγκη, σαν δώρο. Δεν θέλω ο παραλήπτης να γνωρίζει το όνομά μου, να μου αγοράσει λουλούδια ή ακόμα και να προσευχηθεί για μένα.
Σου λέω από τα βάθη της καρδιάς μου ότι δεν θέλω έναν τάφο για να έρχεσαι να θρηνείς και να υποφέρεις. Δεν θέλω να φορέσεις τίποτα μαύρο για εμένα. Κάνε ό,τι μπορείς για να ξεχάσεις τις δύσκολες μέρες μου. Δώσε με στον άνεμο, να με πάρει μακρυά. Αυτός ο κόσμος δεν μας αγάπησε. Δεν ήθελε τη μοίρα μου. Και τώρα παραδίνομαι και καλοδέχομαι τον θάνατο. Γιατί στο δικαστήριο του Θεού θα καταδικάσω τους επιθεωρητές, θα καταδικάσω τον επιθεωρητή Shamlou, θα καταδικάσω τον δικαστή και τους δικαστές του ανώτατου δικαστηρίου της χώρας, που με έδειραν όταν ήμουν ξύπνια και δεν σταμάτησαν να με παρενοχλούν. Στο δικαστήριο του Δημιουργού θα καταδικάσω τον γιατρό Farvandi, θα κατηγορήσω τον Qassem Shabani και όλους εκείνους που, από άγνοια ή με τα ψέμματά τους, με αδίκησαν και καταπάτησαν τα δικαιώματά μου και δεν έδωσαν σημασία στο γεγονός ότι αυτό που φαίνεται πολλές φορές διαφέρει από αυτό που είναι.
Αγαπημένη μου Sholeh με την μαλακή καρδιά, στον άλλο κόσμο θα βρεθούμε εγώ κι εσύ και οι κατήγοροι και οι κατηγορούμενοι. Ας δούμε τι θέλει ο Θεός. Ήθελα να σε αγκαλιάσω πριν πεθάνω. Σ' αγαπώ.

Πηγή: www.lifo.gr


Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Ένας ήρωας του '40 που μεγάλωσε στα Σουδενά


Ο Ταγματάρχης Κωστάκης ήταν από τους πρωταγωνιστές της ηρωικής άμυνας του ελληνκού στρατού στον πόλεμο του '40.
Λακκιώτης στην καταγωγή, μεγάλωσε στο χωριό μας, αφού ο πατέρας ήταν τζιομπάνος σε κοπάδι της περιοχής.
Ήταν ένας ευφής και χαμηλών τόνων άνθρωπος, που δεν εξαργύρωσε τη φήμη του και δεν εκποίησε τις ιδέες του.


Ακολουθεί κείμενο της Μαίρης Τζώρα από το epirusgate.blogspot.gr

 
Ο «κανονιέρης του ‘40», αφανής ήρωας του ελληνοαλβανικού μετώπου

Γράφει η Μαίρη Τζώρα

«28η Οκτωβρίου 1940.
Έδρα της Μοίρας εις Αγίαν Μαρίνα Ρεπετίστης. Η Μοίρα έχει υπό την Δ/νσιν της 1ης Πυρ/χιας, VIII Συν/τος Πυροβολικού Ιωαννίνων υπό υπ/γόν Φωτίου διαμετρήματος 7,5 Σκόντα και την 5η Πυρ/χιαν των 10,5 Σνάιδερ. 21η Αθηνών υπό λοχαγόν Δημόπουλο Παναγιώτην. Επίσης δύο ουλαμούς συνοδείας των 6,5 του 40ου και 42ου Συν/τος Πεζικού.
Περί ώραν 4.30 πρωινήν ειδοποιήθη ο Ταγ/χης κ. Κωστάκης Δ. ότι εκυρήχθη ο πόλεμος στη χώρα να καταληφθώσι υπό των Πυρ/χιών αι πολεμικαί των θέσεις. Ο λοχαγός Δημόπουλος έταξε την Πυρ/χίαν του εις Αγίαν Μαρίναν, οι παρατηρηταί ανθ/γος Ευρυσθένης Δάλλας επί υψώματος Μονής Σωσίνου. Ο Ταγματάρχης ανεχώρησε αμέσως με ανθ/γόν Παπαιωάννου Αλ. και ιατρόν Μπέσαν Ιωάννη ακολουθούμενοι υπό των λοχιών (συνδέσμου και παρατηρητού) διάθεσιν 1ης Πυρ/χίας εχόμενης κατ' ουλαμούς του μεν πρώτου εις θέσιν αριστεράν υψώματος Χάνι Δελβινακίου υπό ανθυπασπιστή Παπαχρήστο, του δε δευτέρου ουλαμού η θέσις παρά την διακλάδωσιν Δελβινακίου Πωγωνιανής…»
Ο «κανονιέρης του ‘40», αφανής ήρωας του ελληνοαλβανικού μετώπου, ο έφεδρος εκ μονίμων, ταγματάρχης ορεινού πυροβολικού, Δημήτριος Κωστάκης, στο προσωπικό του στρατιωτικό ημερολόγιο, αποσπάσματα του οποίου δημοσιεύει το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, αποτυπώνει με λεπτομέρεια μια από τις γραμμές της αμυντικής διάταξης του ελληνικού στρατού στο Καλπάκι το 1940. Ο ταγματάρχης Κωστάκης, μαζί με τον υποστράτηγο Κατσιμήτρο και τον Συνταγματάρχη Μαυρογιάννη, ήταν η ψυχή του Έπους του 1940, καθώς έπαιρναν τις επιτελικές αποφάσεις για την 8η Μεραρχία στο μέτωπο του ελληνοϊταλικού πολέμου. Μάλιστα, αντιλαμβανόμενοι έγκαιρα τις προθέσεις των Ιταλών, είχαν καταγράψει τα πιθανά περάσματα της ελληνοαλβανικής μεθορίου και γνώριζαν που θα αντιπαραταχθούν οι ελληνικές δυνάμεις.

«2 Νοεμβρίου 1940.
Ζωηρή κίνησις εχθρών εις Παρακάλαμον. Αυτοκίνητα. Πεζικό, τανκς, μοτοσικλέτες. Εγένοντο βολές επιτυχώς Φωτίου-Δημόπουλου. Αναχαίτισις οχημάτων. Εβλήθησαν ποδηλατισταί, οίτινες διελύθησαν με απώλειες πολλών νεκρών και τραυματιών… 'Αλλη φάλαγγα, κατερχόμενη δεξιά, εβλήθη επιτυχώς και διέκοψε προέλαση προς οδόν Γορίτσας. Διεσκορπίσθησαν εντός δάσους προς Ζαραβίναν. Βλήματα Δημοπούλου 2.237 καθ όλην την ημέρα…»
Το ημερολόγιο του θρυλικού ταγματάρχη, καθώς και τα προσωπικά του αντικείμενα, φυλάσσονται με σεβασμό και υπερηφάνεια από την οικογένεια του. Ο γιος του Ελευθέριος Κωστάκης και η κόρη του Ασπασία Κωστάκη-Γκόρου, μίλησαν στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων για τον σεμνό άνθρωπο, τον πατέρα, τον πατριώτη, τον πολεμιστή. «Ο πατέρας, μάς έδωσε ηθικές αρχές και αξίες. Ήταν άνθρωπος μετρημένος στη ζωή του. Ήταν γενναίος πολεμιστής. Ποτέ δεν υπερέβαλε για τις επιτυχίες του στα πεδία των μαχών. Αγαπούσε την πατρίδα του», λέει με συγκίνηση η 83χρονη κόρη του Ασπασία.
Γνώρισα τον πατέρα μου όταν ήμουν 5 ετών. Αυτό γιατί μετά την συνθηκολόγηση συνελήφθη και μεταφέρθηκε στην Ιταλία και από εκεί στην Γερμανία και στα σύνορα με την Πολωνία ως όμηρος» αναφέρει ο 73χρονος Λευτέρης Κωστάκης. «Από το πεδίο της μάχης έφυγε μόνο λίγες ώρες, για να έρθει στο σπίτι μας, την ημέρα που γεννήθηκα. Ήταν Μάρτιος του 1941. Από τότε και εκείνος δεν με είχε ξαναδεί». Ο Λευτέρης Κωστάκης περιγράφει τον ταγματάρχη ως άνθρωπο σεμνό και αυστηρό μαζί. «Ήταν λιγομίλητος, χωρίς έπαρση», λέει ο γιος του. Θυμάται πως, όταν δεχόταν συγχαρητήρια για τη δράση του, «χαμογελούσε χωρίς να το δείχνει. Αγαπούσε τους φαντάρους σαν δικά του παιδιά», ενώ, όπως αναφέρει, «άσπρισαν τα μαλλιά του μέσα σε μία νύχτα, γιατί ξεψύχησε στα χέρια του ένας λοχαγός, αγαπημένος του φίλος, από βολή ιταλικού πολυβόλου».
Ο λογοτέχνης 'Αγγελος Τερζάκης, που βρέθηκε στο μέτωπο σμιλεύει στο βιβλίο του «Απρίλης 1946», στο κεφάλαιο «Νεροποντή», την προσωπικότητα του «γεροταγματάρχη»: «…Από καιρό, προτού ακόμη μπούμε στα Αλβανικά χώματα, μας ακολουθούσε η φήμη ενός γεροταγματάρχη του πυροβολικού, εφέδρου εκ μονίμων. Είχε τη διοίκηση μιας μοίρας ορειβατικού. Σκαρφάλωνε στ΄ αρβανίτικα βουνά, έστηνε τις πυροβολαρχίες του μονονυχτίς, στις πιο απίθανες κορφές που μονάχα ο ήλιος βλέπει. Και χαράματα την άλλη μέρα, ράντιζε τον σαστισμένο εχθρό με φωτιά και με σίδερο, του βούλωνε τα κανόνια. Ο τρόπος που ήξερε να χειρίζεται το πυροβολικό του χωρίς να χάνει ούτε βολή, η λεβέντικη παλληκαριά του η δυσανάλογη με τα χρόνια που τον βάραιναν, άλλες ακόμη πολεμικές αρετές συνδυασμένες με βαθιά συναδελφικότητα για τον φαντάρο τον έφεραν στην ολόπρωτη γραμμή των αρχηγών του αγώνα... Ήταν εγγύηση η συνεργασία του ταγματάρχη Κωστάκη σε οποιαδήποτε επιχείρηση... Έφευγε χαράματα και γύριζε αργά το βράδυ αλλαγμένος, φρέσκος χαρούμενος με το ρόδισμα της γλυκιάς αμαρτίας στο γεροντικό μάγουλο του... Θεός Εφέσιος στεκόταν και για μας εκεί στην Αλβανία, ο Κωστάκης!... 
Μια τέτοια μέρα, περνώντας με το αυτοκίνητο την κοιλάδα του Δρίνου, παίρνει το μάτι του, κάπου σε χωράφι έναν ξύλινο σταυρό. Πρόσταξε να σταματήσουν. Κατέβηκε. Ήταν ο πρόχειρος τάφος κάποιου ανώνυμου πυροβολητή. Στάθηκε σκεφτικός ο Κωστάκης μπροστά στον τάφο. Στο σκαμμένο μάγουλο του κυλήσανε δύο χοντροί κόμποι δάκρυα. Την άλλη μέρα ξαναμπαίνει στο αυτοκίνητο μαζί με τον παπά του στρατηγείου. Τραβάει τον ίδιο δρόμο και φτάνοντας στον ξύλινο σταυρό σταματάει πάλι. Κατεβαίνει και βάζει τον παπά να ψάλει τρισάγιο. Θα πίστευε ίσως πως εκπληρώνει έτσι ένα θρησκευτικό του χρέος. Όμως, για σένα που τον ήξερες, η πράξη του αυτή είχε άλλο νόημα. Ήτανε το μνημόσυνο ενός πατέρα στον τάφο του παιδιού του…»
 Ο ταγματάρχης Κωστάκης, όπως αποκαλύπτουν τα παιδιά του, είχε πάντα μαζί του την Αγία Γραφή, καθώς και μία εικόνα της Αγίας Βαρβάρας, την οποία είχε βρει το 1923, κατά την οπισθοχώρηση στα περίχωρα του Ουσάκ σε κάποια μισοκαμένη εκκλησία.


Ο θρυλικός ταγματάρχης γεννήθηκε το 1891 στο χωριό Μπεστιά Σουλίου. Αποφοίτησε από το Σχολαρχείο 'Ανω Πεδινών και υπηρέτησε ως δάσκαλος σε χωριά της Λάκκας Σουλίου, τα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας στην Ήπειρο και στην συνέχεια μετανάστευσε στην Αίγυπτο.
Όταν ξεκίνησε απελευθερωτικός αγώνας εναντίον των Τούρκων, επιστρέφει στην πατρίδα, για να καταταγεί ως εθελοντής τον Ιανουάριο του 1913 στην Πρέβεζα. Παίρνει μέρος σε όλες τις μάχες και λαμβάνει το πρώτο παράσημο ανδρείας. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, θέτει τον εαυτό του στην υπηρεσία της πατρίδας και γίνεται μόνιμος υπαξιωματικός του Ελληνικού Στρατού. Το 1919 μετέχει με το ελληνικό εκστρατευτικό Σώμα στην καταστολή της Οκτωβριανής Επανάστασης και προάγεται σε ανθυπασπιστή επ' ανδραγαθία. Στην εκστρατεία της Μικράς Ασίας πολέμησε στο Εσκί-Σεχίρ και στο Αφιόν-Καραχισάρ.
Όταν επέστρεψε στην πατρίδα παντρεύτηκε στα Ιωάννινα και απέκτησε 4 κόρες και ένα γιό. Ως ανθυπολοχαγός, ανέλαβε διοικητής πυροβολαρχίας και όταν το 1937 πήρε τον βαθμό του Ταγματάρχη υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες πυροβολικού. Ο Δημήτρης Κωστάκης αποστρατεύτηκε τον Φεβρουάριο του 1940, όμως λόγω των σοβαρών εξελίξεων εκείνης της εποχής, με αίτησή του, τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς επιστρέφει στο στράτευμα ως έφεδρος εκ μονίμων.
Μετά τη συνθηκολόγηση, συνελήφθη και επί 3,5 χρόνια έζησε σε κατάσταση ομηρίας σε στρατόπεδα της Ιταλίας, της Γερμανίας, της Πολωνίας, μέχρι τον Αύγουστο του 1945, οπότε και απελευθερώνεται από τα ρωσικά στρατεύματα.
Μετά τον πόλεμο ασχολήθηκε με κοινωνικό έργο, ενώ ήταν και επίτροπος στην εκκλησία της γειτονιάς του, στα Ιωάννινα, στην Αγία Μαρίνα. Πέθανε στις 3 Νοεμβρίου το 1961. Στην κηδεία τον τίμησαν όλοι οι συναγωνιστές του, οι φαντάροι που επέζησαν και συμπολίτες του. «Δεν υπήρχε εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης. Ούτε ένα στεφάνι. Ούτε ένας τιμητικός πυροβολισμός πάνω από τον τάφο του, ούτε κιλλίβαντας, γιατί ήταν δημοκράτης», αναφέρει η κόρη του.
Η ελληνική πολιτεία, 53 χρόνια μετά τον θάνατο του, θα τιμήσει τον θρυλικό ταγματάρχη, στις 4 Δεκεμβρίου με τα αποκαλυπτήρια της προτομής του, στο Μεγάλο Πεύκο. Ωστόσο, τον Νοέμβριο του 2000, οι συντοπίτες του από τα χωριά της Λάκκας Σουλίου, έστησαν προτομή του ήρωα κανονιέρη, στην γενέτειρα του τη Μπεστιά, ενώ στο προάστιο Ελεούσα και τη συνοικία της πόλης των Ιωαννίνων Καλούτσανη, δύο δρόμοι έχουν την ονομασία «Ταγματάρχη Κωστάκη» με απόφαση των τοπικών αρχών, παλαιότερα.