Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Φωτογραφίες του χωριού απο το διαδίκτυο

Τα σκαλιά της πλατείας (από τον χρήστη billbeck)
Πάνω απο το Σχολείο (kontampe)
Λουλούδια στον Αη-Δημήτρη (kontampe)
Το τελευταίο γομάρι των Σουδενών σταλίζει στο Ηρώο (kontampe)
"Μπουχαρί" (kontampe)
Αντάρα στον κάμπο... (varkos)
Απο τα αλώνια του Αη-Λιά (varkos)
Από την Αγία Παρασκευή (kontampe)
Ηλιοβασίλεμα μέσα από καμένα δέντρα (kontampe)
Πανσέληνος, κάτω απ' την κρανιά... (kontampe)

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Ελεύθεροι Κατακτημένοι




Στην προηγούμενη ανάρτηση παρουσιάσαμε ένα κείμενο για την ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου, που ενέπνευσε τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Σολωμού. Σήμερα αναρτούμε ένα άρθρο του Αλκίνοου Ιωαννίδη για τους σύγχρονους «Ελεύθερους Κατακτημένους» της Κύπρου.

Δεν θα πω για τους άλλους. Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα και η στάση τους σε τέτοιες στιγμές. Ούτε και περίμενα καλύτερη αντιμετώπιση. Όσο και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει.
Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με:
Έρχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια. Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε. Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει.
Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλίνθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων.
Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων κι ότι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα.
Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει.
Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. «Έχω γάμο», λέγαμε και στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια, χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα, γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια. Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν. Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας.
Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους.
Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα.
Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν;
Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο. 
Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. 
Τα αναγκαία για την επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια. 
Τον ελεύθερο χρόνο με την υπερωρία. 
Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι γενεθλίων κατά παραγγελία. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ότι μάς γυάλισε στη βιτρίνα. 
Γίναμε ότι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε.
Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος. Έφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως.
Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε. Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι». Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα.
Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο!
Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μάνταμ. Η κοπέλα θα γυρίσει φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε;
Τι μένει όταν ο σερ και η μάνταμ, έκπληκτοι, χάνουν το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους;
Τι κρατιέται αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει; Πού ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς Χαρακτήρας, που μας επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εμείς»;
Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και ευχαριστημένο.
Μείναμε σε σκηνές, στο ύπαιθρο, για χρόνια. Χάσαμε για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας. Περιμέναμε κάθε μέρα, για χρόνια, αγνοούμενους που δεν γύρισαν. Για δεκαετίες, ακούγαμε αεροπλάνο και στρέφαμε έντρομοι τα μάτια στον ουρανό. Χιαστί ταινίες στα παράθυρα, μη σπάσουν από τον βομβαρδισμό που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει. Τα παιδιά που έβγαλαν το σχολείο διαβάζοντας με το κερί στα αντίσκηνα, χειμώνες στη σειρά, βρίζονταν στην Ελλάδα από τους Ελλαδίτες, γιατί τους έτρωγαν τις θέσεις στα πανεπιστήμια. Η Μεγάλη Μαμά τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν καταλαβαίνει. Γιατί, μπορεί η Κύπρος να είναι Ελληνική, όμως, πόσο λίγο Κυπριακή είναι η Ελλάδα! Πόσο λίγο Ελληνική είναι η Ελλάδα!
Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας. Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους, απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ’ έξω κι από μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα, τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε;
Όταν κλαίγαμε το ’74, κλαίγαμε για τα σπίτια μας. Σήμερα θα κλάψουμε για τις επαύλεις μας; Τότε, κλαίγαμε για το χωριό μας. Θα κλάψουμε σήμερα για την τράπεζα; Τότε, για τους τάφους των γονιών μας. Σήμερα για τα χρέη μας; Τότε, για τις ζωές μας. Σήμερα για τις δουλειές μας; Δεν νομίζω...
Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ’ αυτήν, θα αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δε ζει καλά, κανείς δε ζει καλά.
Γιατί, ότι ποτέ μας κράτησε σ’ αυτόν τον τόπο, ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός, που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι».
Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής, είναι σημαντικότερο απ’ ό,τι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να εκπροσωπούν πράγματι. Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό. Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές.
Αυτό το «Όχι», φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα: Εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα, να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες», τόσο της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας. Βοήθησε να καθαρίσει το τοπίο, να τελειώσουμε με ψευδαισθήσεις, να καταλάβουμε ξανά το πόσο μόνοι είμαστε, το πόση ευθύνη έχουμε. Κι όσοι πιστεύουν πως με ένα «Ναι» θα σώζαμε κάτι, τη Λαϊκή Τράπεζα ή την Κύπρου ( αλήθεια, πόσο «δική μας» μπορεί να είναι μια τράπεζα;) και μαζί τις δουλειές, ή τους κόπους μιας ζωής που τους εμπιστευτήκαμε, να μην ξεχνούν πως, όποιο κομμάτι μας έμεινε απροστάτευτο, ούτως ή άλλως, και με τα «Ναι» και με τα «Όχι», θα κατασπαραχθεί.
Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει “plan B”. Θα ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους της γενιάς μου και της προηγούμενης, από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο, στο συμφέρον, στο νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει βάθος και σοβαρότητα. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς δικλίδες ασφαλείας, χωρίς λογική, είπαν ενστικτωδώς “Όχι”. Έστω και για μια στιγμή. Ένα “Όχι” καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί, που εσείς, αγαπητοί Ελλαδίτες μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το καλό μας, δεν θα πείτε ποτέ. Θα προτιμήσετε να καταστραφούμε εξίσου, λέγοντας “Ναι”.
Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι ανθρώπινο.
Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε;
Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε και παλιότερα.
Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια.
Ότι θα μείνουμε μόνοι; Πάντα μόνοι ήμασταν.
Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε...
Ότι θα μας κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε.
Θα τα καταφέρουμε, το ξέρουμε καλά! Γιατί, τελικά, δεν φοβόμαστε τίποτε. Γιατί, τελικά, το μόνο που φοβόμαστε, είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη. Το μόνο που μας φοβίζει, είναι το μόνο που πραγματικά έχουμε: το αληθινό μας πρόσωπο. Ας το ξεθάψουμε, ας το θυμηθούμε, ας το κοιτάξουμε. Ενώ όλοι, φίλοι και εχθροί, μας αγριοκοιτάζουν, ενώ η μάσκα μας πέφτει νεκρή, αυτό θα μας χαμογελάσει.

                                                                                               Αλκίνοος Ιωαννίδης
 

Κι ένα σχετικό ποίημα, που γράφτηκε πριν από εκατό χρόνια:

Το μεγάλο όχι
Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος το ‘χει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα
πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησή του.
Ο αρνηθείς δεν μετανιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι -το σωστό- εις όλην την ζωή του.

                                                                                       Κωνσταντίνος Καβάφης

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Ο Μεγαλος Σηκωμός

Η θυσία του Καψάλη



Ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της Επανάστασης ήταν η Έξοδος του Μεσολογγίου. Παραθέτουμε ένα κείμενο του Μακεδόνα αγωνιστή Νικόλαου Κασομούλη:

Όλοι οι Οπλαρχηγοί και στρατιώται επήγαμεν και αποχαιρετίσαμεν τους συναγωνιστάς μας, φίλους και συγγενείς, πληγωμένους και ασθενείς, οίτινες με δάκρυα χαράς μάλλον παρά με λύπην χωριζόμενοι από ημάς, έμειναν να πεθάνουν πολεμούντες. Κανένας από αυτούς δεν αγανάκτιζεν, διότι ο κίνδυνος της ζωής ήτον επίσης ο ίδιος και εις αυτούς και εις ημάς. Όλοι εύχοντο προς τους αναχωρούντας την καλήν αντάμωσιν εις τον άλλον κόσμον.
Φθάνοντας εις τον Ανεμόμυλον, αμέσως επήγα και ηύρα και τον Καψάλην εις την πυριτοθήκην. Εκοινοποίησα προς αυτόν τι ώρα έπρεπεν να βάλη φωτιά. Αυτός μ’ αποκρίθη ότι: «Δεν θέλω ερμηνείαν, μόνον ώρα καλή σας, και όταν φθάσετε προς τον ριζόν του βουνού, ακούτε και βλέπετε τον Καψάλην σας που θα απετά».
Εις αυτήν την στιγμήν απέρασεν ο Τζιαβέλας από το μέρος μας, και μας ειδοποίησεν να τραβηχθούμεν. Διευθύνθη δε βαδίζων την ακρογιαλιάν διά να έβγη προς την Μαρμαρούν, ώστε να συνάξη όλους γύρωθεν.
Όλα τα ανδρόγυνα εδιευθύνοντο εις την προσδιορισθείσαν γέφυραν, ωσάν αρνάκια με άκραν σιωπήν. Οι πατέρες με τα γιαταγάνια εις το εν χέρι κρεμασμένα, τα δουφέκια από το λουρί εις τον ώμον, και με το άλλον καθένας να βαστά ή κανέν παιδάκι του ή την σύζυγόν του, και να πηγαίνουν. Πολλαί γυναίκες ενδύθησαν ανδρίκεια και αρματώθησαν, και δεν εδιακρίνοντο εις το βάδισμα από τους άνδρας.

[…]Την στιγμήν αυτήν, ο Ιμπραΐμης έρριπτεν ακατάπαυστα βόμβες εις την πόλιν, ενώ όλοι ευρισκόμεθα εις το ποδάρι. Όλοι κρυφογελούσαν, εννοήσαντες ότι δεν είχεν θετικήν πληροφορίαν της ώρας και του τρόπου της εξόδου μας.
Φιλούντες το χώμα του Μεσολογγίου, αποχαιρετούσαμεν με δάκρυα μίαν θέσιν, ήτις μας εφαίνετο ότι ήτον ο Παράδεισος, και εις την οποίαν αφήναμεν τόσους ήρωας ζωντανούς, μ’ όλον οπού αγνοούσαμεν και ημείς την τύχην μας.
Αμέσως εκινήθημεν, κατόπιν του Νότη. Ο Στορνάρης έσερνεν και το άλογόν του με το δισάκκι του. Ενώ ακόμη ήμασθον συσσωρευμένοι, προστάζει έναν στρατιώτην να το εβγάλη το άλογο, περνώντας το από άλλο μέρος. Το πήρεν ένας σεΐζης του, και ούτως εξήλθαμεν από την πρώτην γέφυραν.
Ο Γεωργάκης Κίτζιου είχεν εβγάλει το άτι του έξω από πριν, και επεριφέρετο ο σεΐζης του Κιαρμπαμπάς με αυτό έξω, ενώ ημείς εβγαίναμεν.
Άκουσαν οι Τούρκοι τον κρότον των ποδαριών εις τας γέφυρας. Διότι ακούγετο ως ένας βαθύς βουβουνισμός.
Επλησίασαν οι εμπροσθινοί έως εις τες άκρες των αντίκρυ δύο εχθρικών προμαχώνων. Εγιόμωσεν η πλαταία εκείνη έως εις το αυλάκι του Ουμέρ Πασιά.
Το σύννεφον, το οποίον εκάλυπτεν την Σελήνην, ετραβήχθη καθ’ ην στιγμήν εβγαίναμεν -και το περισσότερον μέρος της Φρουράς είχεν έβγει, και εξαπλώθησαν εις την πεδιάδα. Μας είδαν οι Άραβες εξερχομένους, και αρχίζουν τον δουφεκισμόν και τον κανονοβολισμόν.
Μια ώρα σχεδόν υπομείναμεν την φωτιάν εκεί, πλαγιασμένοι και σιωπώντες. Ο Στορνάρης με τους στρατιώτας του ευρέθη μέσα εις τον αύλακα, και επροσμέναμεν να τραβηχθούν οι διαβάντες, διά να εύρωμεν τόπον να κινήσωμεν και ημείς κατόπιν. Το μυστικόν [σύνθημα] ήτον «τζικούρι και στορνάρι».
Εκείνην την στιγμήν, ακούσθη μία φωνή, ότι εις τον Άγιον Σώστην πολεμούν οι εδικοί μας. Όλοι επιστρέψαμεν τα πρόσωπα να ιδούμεν, και να σταθούμεν κατά το σχέδιον, και επιστρέψωμεν, πλην ήτο ψεύμα.
Περιμείναντες τόσην ώρα να κτυπήση η «βοήθεια» ο στρατόπεδον, είδαν οι εμπροσθινοί μας ότι καμία τοιαύτη βοήθεια δεν φαίνεται. Μας ειδοποίησαν να είμεσθεν έτοιμοι και αμέσως οι μεν ορμήσαντες προς τον δεξιόν εχθρικόν προμαχώνα, οι δε προς τον αριστερόν. Οι Τούρκοι άφησαν τους προμαχώνας και έφυγον, άλλοι εδώθεν και άλλοι εκείθεν.
Εβγήκεν ο σημαιοφόρος Αργύρης πρώτος, και με τους οδηγούς ομού και με τον Νότην άρχισαν συγκεχυμένως πλέον να εξέρχονται ασπαζόμενοι και αποχαιρετούντες καθείς το ιδικόν του οχύρωμα εις την θύραν και τας βαθμίδας με αναστεναγμούς: «Αχ, Μισολόγγι, αχ, αίματα οπού εχύσαμεν άδικα...»


 Στις 25 Μαρτίου 1941 οι Έλληνες τίμησαν την Επανάσταση με τον καλύτερο τρόπο. Με μια άλλη «Μεγάλη Έξοδο». Αυτή την "Έξοδο" περιγράφει ο Ελύτης στο "Άξιον Εστί":


Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΞΟΔΟΣ
Τις ημέρες εκείνες έκαναν σύναξη μυστική τα παιδιά και λάβανε την απόφαση, επειδή τα κακά μαντάτα πλήθαιναν στην πρωτεύουσα, να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες, με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μια παλάμη τόπο κάτω από τ’ ανοιχτό πουκάμισο, με τις μαύρες τρίχες και το σταυρουδάκι του ήλιου. Όπου είχε κράτος κι εξουσία η Άνοιξη.
Και επειδή σίμωνε η μέρα που το Γένος είχε συνήθειο να γιορτάζει τον άλλο Σηκωμό, τη μέρα πάλι εκείνη ορίσανε για την Έξοδο. Και νωρίς εβγήκανε καταμπροστά στον ήλιο, με πάνου ως κάτου απλωμένη την αφοβιά σαν σημαία, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες. Και ακολουθούσανε άντρες πολλοί, και γυναίκες, και λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια. Όπου έβλεπες άξαφνα στην όψη τους τόσες χαρακιές, που ‘λεγες είχανε περάσει μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα.
Τέτοιας λογής αποκοτιές, ωστόσο, μαθαίνοντες οι Άλλοι, σφόδρα ταράχθηκαν. Και φορές τρεις με το μάτι αναμετρώντας το έχει τους, λάβανε την απόφαση να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες, με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μία πήχη φωτιά κάτω απ’ τα σίδερα, με τις μαύρες κάννες και τα δόντια του ήλιου. Όπου μήτε κλώνος μήτε ανθός, δάκρυο ποτέ δεν έβγαλαν. Και χτυπούσανε όπου να ‘ναι, σφαλώντας τα βλέφαρα με απόγνωση. Και η Άνοιξη ολοένα τους κυρίευε. Σαν να μην ήτανε άλλος δρόμος πάνω σ’ ολάκερη τη γη για να περάσει η Άνοιξη, παρά μονάχα αυτός, και να τον είχαν πάρει αμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, πέρ’ απ’ την άκρη της απελπισίας, τη Γαλήνη που έμελλαν να γίνουν, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες, και οι άντρες, και οι γυναίκες, και οι λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια.
Και περάσανε μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα. Και θερίσανε πλήθος τα θηρία, και άλλους εμάζωξαν. Και την άλλη μέρα εστήσανε στον τοίχο τριάντα.



Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Εαρινή ισημερία

Λουλουδιασμένο χωράφι στα Κάτω Σδενά

21η Μαρτίου: εαρινή ισημερία. Η αρχή της Άνοιξης.
Γι’ αυτόν το λόγο διάφοροι φορείς βρίσκουν την ευκαιρία να αφιερώνουν αυτή την ημερομηνία σε διάφορες «παγκόσμιες» μέρες, με σημαντικότερες τη μέρα της ποίησης και της δασοπονίας.
Σκέφτηκα να τιμήσουμε μαζί αυτές τις δύο «γιορτές», μ’ ένα ποίημα του Σεφέρη, τον «Αστυάνακτα». (Ο Αστυάναξ, σύμφωνα με τη μυθολογία, ήταν γιος του Έκτορα και της Ανδρομάχης.) Στο ποίημα "μιλάει" ο νεκρός Έκτορας.

Η Ανδρομάχη μοιρολογάει τον νεκρό Έκτορα (Jacques Louis David, 1783)

Τώρα που θα φύγεις, πάρε μαζί σου και το παιδί
που είδε το φως κάτω από εκείνο το πλατάνι,
μια μέρα που αντηχούσαν σάλπιγγες και έλαμπαν όπλα
και τ’ άλογα ιδρωμένα σκύβανε ν’ αγγίξουν
την πράσινη επιφάνεια του νερού
στη γούρνα με τα υγρά τους τα ρουθούνια.

Οι ελιές με τις ρυτίδες των γονιών μας
τα βράχια με τη γνώση των γονιών μας
και το αίμα του αδερφού μας ζωντανό στο χώμα
ήτανε μια γερή χαρά, μια πλούσια τάξη,
για τις ψυχές που γνώριζαν την προσευχή τους.

Τώρα που θα φύγεις, τώρα που η μέρα της πληρωμής
χαράζει, τώρα που κανείς δεν ξέρει
ποιον θα σκοτώσει και πώς θα τελειώσει,
πάρε μαζί σου το παιδί που είδε το φως
κάτω απ’ τα φύλλα εκείνου του πλατάνου
και μάθε του να μελετά τα δέντρα.


Σφεντάμι στον κάμπο

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

Το "Παράπονο" του Ελύτη




Σαν σήμερα, στις 18 Μαρτίου του 1996 έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος Έλληνας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, ο οποίος βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας «για την ποίησή του, που με φόντο την ελληνική παράδοση, με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική οξύνοια ζωντανεύει τον αγώνα τού σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία». 

Η ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη εκφράζει ένα ευρύ φάσμα. Σε αντίθεση με άλλους, δεν στράφηκε προς την αρχαία Ελλάδα ή το Βυζάντιο, αλλά αφιερώθηκε στο σύγχρονο ελληνισμό, πάνω στον οποίο επιχείρησε να καταστήσει σημαντική τη μυθολογία και τους θεσμούς. Βασικός του στόχος ήταν να απαλλάξει τη συνείδηση των ανθρώπων από αδικαιολόγητες μεταμέλειες, να συμπληρώσει τα φυσικά στοιχεία μέσω ηθικών δυνάμεων, να πετύχει τη μέγιστη δυνατή διαφάνεια στην έκφραση και να κατορθώσει τελικώς να προσεγγίσει το μυστήριο, «τη μεταφυσική του φωτός», σύμφωνα με το δικό του ορισμό.



Ευκαιρίας δοθείσης, παρουσιάζουμε ένα απλό κι ωραίο κείμενό του:



Το παράπονο (απόσπασμα)


Αναρωτιέμαι μερικές φορές: είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά πως η ζωή μου είναι μία; Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;

Μούτρα. Ν’ αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Τη μέρα, την κάθε σου μέρα. Να περιμένεις την Παρασκευή, που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή, για να ζήσεις. Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις.

Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.

Και να μη βλέπεις πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες, που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους. Σ’ εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται. Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους. Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δύο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.

Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά. Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα. Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς. Λες κι ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.

Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω. Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους. Που κοιτάζουν με μάτια άδολα κι αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους. Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα.

Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν. Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.

Όσο κι αν κανείς προσέχει

όσο κι αν το κυνηγά

πάντα, πάντα θα ‘ναι αργά,

δεύτερη ζωή δεν έχει.



Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

Το βαθύτερο νόημα της αποκριάτικης φωτιάς

Πάνω Σουδενά, Αποκριές του 2008


Τμήμα από το άρθρο του Θεόδωρου Σαμαρά: «Πώς γιορτάζονται οι Αποκριές στα Γιάννενα»





Γράφτηκε πως «η ιδέα και η θέα της φωτιάς στα σοκάκια και τους μαχαλάδες της παλιάς μικρής μας πόλης ζέσταινε τις καρδιές και τα κορμιά μικρών και μεγάλων, κάνοντας να αναθαρρεύουν στις εποχές και στις συνήθειές τους». Κι αυτό είναι αλήθεια. Η φωτιά είναι ένα ιερό στοιχειό. Κρύβει μέσα της μεγάλη δύναμη, που μεταδίδεται σ’ όποιον έρθει σε σχέση μαζί της. Σχέση ιεροτελεστική.
Σ’ αυτήν ακριβώς την αρχέγονη πίστη στηρίζεται το έθιμο της φωτιάς, που πάντα στην κοινή αντίληψη του λαού θα έχει την δύναμη να αποδιώχνει το κακό. Να αποτρέπει τα «δαιμόνια». Να επιφέρει την «κάθαρση».
Οι τζαμάλες είναι ένα από αυτά τα λεγόμενα καθαρτήρια, ευετηριακά έθιμα, με τα οποία επιχειρεί ο λαός να ανοίξει την νέα χρονική περίοδο, αυτήν που στην προκειμένη περίπτωση θα πάρει την σκυτάλη από τον Χειμώνα. Να την «ανοίξει» όμως, με τις καλύτερες, όσο το δυνατό, προϋποθέσεις, αυτές που θα του εξασφαλίσουν την ευτυχία, την υγεία, την μακροημέρευση. Άλλωστε, το μέγεθος της φωτιάς και ο τόπος (ανάμεσα στα σπίτια, στις γειτονιές, στα σταυροδρόμια της πόλης κλπ.) όπου ανάβουν, τούτο αποδεικνύει: την καθαρτήρια και ευετηρική της δύναμη. Ανάβουν για το καλό…
Ανάβουν και φωτίζουν στο πρόσωπο τους νυχτερινούς συμπο­σιαστές, που συγκεντρωμένοι γύρω απ’ αυτές, τραγουδούν και χορεύ­ουν τους κυκλικούς χορούς. Μέσα στο ξέσπασμα της χαράς και του κεφιού λύεται και το άγχος της καθημερινότητας της σύγχρονης ζωής, της οποίας ο μονότονος ρυθμός φθείρει τον άνθρωπο.
Κι είναι το άναμμα μιας φωτιάς, που δίνει συγχρόνως και το σύνθημα για δράση: προκαλεί ένα σκίρτημα στην καρδιά. Όπως φουντώνουν και λαμπαδιάζουν τα πισσωμένα κούτσουρα, το ίδιο «φουντώνει» και η καρδιά του ανθρώπου και η φύση ολάκερη που ετοιμάζεται να «φέρει» την Άνοιξη.

Στην Τουρκοκρατία, αντίστοιχα, η φωτιά ξυπνούσε στον λαό τον πόθο για λευτεριά. Μετέδιδε το μήνυμα της ενότητας και διατηρούσε απαραχάρακτο το αίσθημα της αδελφότητας στην κοινή συνείδηση. Το ’βλεπε ο λαός πως, όπως ανάβει με μιας η φωτιά, από ένα μόνο σπίρτο, έτσι σε μια στιγμή θα ξέσπαγε η επανάσταση, που θα έφερνε την λευτε­ριά και την ανάσταση του γένους.
Γίνεται εδώ κατανοητό, πως το πανάρχαιο έθιμο στην ροή και την διάρκεια των αιώνων ενδύεται την σύγχρονη κάθε εποχής ανάγκη. Κι είναι τότε, σαν να το «γεννά» και να απαιτεί την τέλεσή του αυτή η σύγχρονη επιταγή. Το έθιμο τελικά αναβιώνει με νέα ζέση τόσο στη συνείδηση όσο και στο εορτολόγιο του λαού.
Ο γιαννιώτικος, συγκεκριμένα, λαός που χρειάστηκε να περιμένει εκατό επιπλέον χρόνια για να αποτινάξει τον τουρκικό ζυγό, είδε τις τζαμάλες κάτω από ένα τέτοιο πρίσμα και αγκιστρώθηκε σ’ αυτές. Τον χορό μάλιστα που έσυρε γύρω τους, τον κατανόησε ως πυρρίχιο (της προετοιμασίας δηλαδή για πόλεμο).
 Έτσι και σήμερα οι φλόγες της τζαμάλας εκτινάσσονται ψηλά και καλούν σε εγρήγορση:
·  Εξαγνίζοντας τον χώρο και τον χρόνο της δράσης μας.
·  Θερμαίνουν, γιατί ριζώνουν στο παρελθόν της φυλής μας. Και το κυριότερο,
·  Συγκεντρώνουν την σκόρπια καθημερινότητά μας σε μία πανήγυρη. Στην πανήγυρη που προϋπαντεί την Άνοιξη και την Καλή Χρονιά.

ΟΙ ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥΣ
Οι Απόκριες είναι γιορτή με αβέβαιες καταβολές που χάνονται στα βάθη των αιώνων. Τον μόνο συσχετισμό που μπορούμε ανεπιφύλακτα να προτείνουμε είναι ότι συμπίπτει αυτή η περίοδος με επάνοδο των ψυχών των νεκρών στον απάνω κόσμο. Αυτή η πίστη επιβιώνει με συνέχεια, ήδη από τα αρχαία Ανθεστήρια (τα αρχαιότερα από τα Διονύσια), μέσω των ρωμαϊκών και βυζαντινών χρόνων, στα σημερινά Ψυχοσάββατα της Αποκριάς (λατρευτικές πράξεις της Εκκλησίας, με επίσκεψη στους τάφους, μοίρασμα κολλύβων για συγχώρεση κλπ.).
Οι μεταμφιέσεις αρχικά -κάτω από μια τέτοια οπτική-σκόπευαν στο να παραστήσουν αυτές ακριβώς τις ψυχές και τα «πονηρά όντα», που, επιστρέφοντας στον απάνω κόσμο, «παρενοχλούσαν» τους ζωντανούς.
Σ’ αυτήν την υπόθεση στηρίζεται -και ερμηνεύεται- ο λατρευ­τικός ρόλος της μάσκας, με την βοήθεια της οποίας αποδίδονται στις ψυχές (των νεκρών) οι τιμές-προσφορές που τους αρμόζουν, ώστε να βρουν «αναψυχή» και να γυρίσουν στον Άδη.
Ταυτόχρονα, οι γιορτές αυτές τελούνται αναμένοντας τον ερχομό της Άνοιξης, της «νέας χρονιάς» κατά την κοινή αντίληψη. Η Άνοιξη έρχεται, και τούτο το βεβαίωνε η δοξασία πως, η δύναμη που «ανεβάζει» τις ψυχές επάνω στη γη, αυτή και θα κάνει τον σπόρο τον θαμμένο στα σπλάγχνα της να βλαστήσει. Έπρεπε, λοιπόν, ο λαός, αν ήθελε να κερδίσει το παιχνίδι της ζωής, να βρει τρόπο να εξευμενίσει τις ψυχές-πνεύματα και τους «δαίμονες» της φύσης, για να επιτύχει καλύ­τερη και πλουσιότερη την παραγωγή στους αγρούς και τα κοπάδια του. Ο τρόπος αυτός, ήταν η μεταμφίεση -το μασκάρεμα.
Τα προσωπεία συνήθως που προτιμούνται (κι ολόκληρη η αμφί­εση) έχουν μορφή ζώου και είναι φτιαγμένα από δέρμα ζώων (προ­βειές). Τα έθιμα της καμήλας, της αρκούδας ή του αράπη, που γίνονταν παλιότερα και στα Γιάννενα, ερμηνεύονται σε αυτή την προοπτική.

Διαπιστώνουμε με τα παραπάνω, πως το καρναβάλι είναι ένας ανάποδος, κυριολεκτικά, κόσμος. Έρχονται τα πάνω κάτω. Και το παρατηρούμε κάθε χρονιά που αναβιώνουν τα έθιμα της Αποκριάς. Την περίοδο αυτή δεν ισχύει η καθημερινή «τάξη» των πραγμάτων που γνωρίζουμε και υπηρετούμε τον υπόλοιπο χρόνο. Κυριαρχεί η αντιστροφή όλων των κοινωνικών ρόλων και αξιών, η πλήρης απελευθέρωση και η κάλυψη με σατιρική διάθεση (που ευνοείται ακριβώς λόγω της μάσκας) κάθε εκδήλωσης του ιδιωτικού ή δημόσιου βίου (ελαττώματα του πλήθους, κοινωνικές αντιθέσεις κλπ.).
Αυτή η αντιστροφή των ρόλων δεν δημιουργεί παρεξηγήσεις, γιατί περνά έξω από τα όρια της καθημερινότητας: καρναβάλι σημαίνει τελετουργία. Το κίνητρο της μεταμόρφωσης είναι «να αλλάξω». Να μεταμορφωθώ. Να λάβω άλλη κοινωνική ταυτότητα, έστω και για λίγο, ώστε να εξασφαλίσω με κάθε τρόπο την επιβίωσή μου.
Μέσα στο γενικότερο ενθουσιαστικό κλίμα του «ανάποδου» κόσμου, χάνουν την ισχύ τους βασικές έννοιες και αξίες του λαϊκού πολιτισμού: η ντροπή, το φιλότιμο, η λεβεντιά δεν ισχύουν στην Αποκριά. Η τιμή του άντρα δεν θίγεται πια. Η σεμνότητα στις γυναίκες γίνεται πονηριά, βωμολοχίες κλπ. Κυριαρχεί η ελευθεροστομία και το πείραγμα. Οι κανόνες συμπεριφοράς ανατρέπονται. Παρωδείται το μυστήριο του γάμου, διαλύεται ο φόβος του θανάτου με μια εύκολη “ανάσταση” -όπως αυτή παρουσιάζεται στα κατά τόπους «δρώμενα», κοροϊδεύεται ο θρήνος, η καθαριότητα πνίγεται στα κουρέλια κ.λπ.…

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Εργαστήρι μάσκας


Την Κυριακή το απόγευμα, έπειτα από πρωτοβουλία της Χριστίνας Στρατσιάνη, θα πραγματοποιηθεί εργαστήριο κατασκευής αποκριάτικης μάσκας από γυψόγαζα.
Είναι μια πρωτότυπη ιδέα, μια ενδιαφέρουσα τεχνική, λίγο πριν από το άναμμα του "Καλολόγου" στην αυλή του Σχολείου.
Καλή αντάμωση!

Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

Ζόχια



Φώτης Κόντογλου, "Άγιοι Σαράντα" (Εθνική Πινακοθήκη)

 9 του Μάρτη σήμερα, γιορτή των Αγίων Σαράντα Μαρτύρων, που ρίχτηκαν στην παγωμένη λίμνη της Σεβάστειας του Πόντου γύρω στο 300.
Αυτή τη μέρα στα χωριά μας, οι προγονοί μας εφάρμοζαν ένα τελετουργικό με τον "μαγικό" αριθμό σαράντα, για να προστατευτούν από τα φίδια.
Έβρισκαν ένα ζόχι, το έτρωγαν ωμό κι έλεγαν τους μαγικούς στίχους:
«Σαράντα, μαράντα
Σαράντα φίδια φύγετε
Σαράντα ράχες πάρτε
Γιατί έφαγα το ζόχι μου
Και θα σας φαρμακώσω»

Λίγες πληροφορίες για το ζόχι από τη Βικιπαίδεια:

Ζοχός ο λαχανώδης (Sonchus oleraceus)
Ο ζοχός ή ζοχιά (λέγεται σε πολλές περιοχές της Ελλάδας και τζοχός, ντζοχός ή σφογκός), είναι φυτό μονοετές, διετές ή πολυετές και έχει όρθιο βλαστό και χυμό σαν γάλα. Η επιστημονική του ονομασία είναι Sonchus oleraceus (Ζοχός ο λαχανώδης). Τα φύλλα του είναι απλά και πτερωτά και η βάση τους περιβάλλει το βλαστό. Έχει μικρά και κίτρινα άνθη, συγκεντρωμένα σε κεφάλια που περιβάλλονται από επιμήκη βράκτια. Το γνωστότερο είδος είναι ο Ζοχός ο λαχανώδης, ο οποίος έχει πτερόλοβα και οδοντωτά φύλλα.
Είναι φυτό γνωστό από τα αρχαία χρόνια, με το όνομα σόγχος (σόγχος του Θεόφραστου). Αναγνωρίστηκε κυρίως η φαρμακευτική του αξία. Οι ιθαγενείς της Χιλής Μαπούτσε χρησιμοποιούσαν το ζοχό ως αντιπυρετικό και αιμοκαθαρτικό. Περιέχει βιταμίνη C και βιταμίνη Κ.

Καρπός
Στην Ελλάδα υπάρχουν συνολικά πέντε είδη και συλλέγονται όταν είναι τρυφερά. Ο καρπός του λέγεται ζοχί, ζώχι (πληθυντικός ζοχιά ή ζώχια)). Είναι εδώδιμος (για τον άνθρωπο και, όταν ξεραθεί, για τα πτηνά) και πολύ θρεπτικός. Τα ζοχιά μαγειρεύονται συνήθως μαζί με άλλα άγρια χόρτα.

Αγριοζοχός
Ο αγριοζοχός (Urospermum picroides) ανήκει στην ίδια οικογένεια με το ζοχό. Θεωρείται γενικά ζιζάνιο, γιατί παρεμποδίζει τις καλλιέργειες, ενώ ο ετήσιος κύκλος ζωής του βοηθά στη γρήγορη εξάπλωσή του. Η γεύση του είναι πικρή, απαλύνεται όμως με τη χρήση λεμονιού. Ο αγριοζοχός μπαίνει σε σαλάτες μαζί με άλλα χόρτα ή σε χορτόπιτες.


Κι άλλη μια γραπτή μαρτυρία για ένα έθιμο στο χωριό μας αυτή τη μέρα:

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

Η ασελγής γοητεία του παθητικού




του Raoul Vaneigem

Αν για μια στιγμή μπορούσαμε να ξεφύγουμε από τις αντιλήψεις, τις ιδέες, τις προσδοκίες, τα όνειρα που όλοι μας κουβαλάμε για τον εαυτό μας και τον κόσμο γύρω μας, ίσως να μπορούσαμε να αντιληφθούμε ότι ο κόσμος, κάθε δευτερόλεπτο πού περνά, κινείται και αλλάζει. Κινείται και αλλάζει, όπως εν τέλει κινούμαστε και αλλάζουμε κι εμείς. Όλα βρίσκονται σε μια διαρκή και ανεπανάληπτη κίνηση. Προς τα πού; Για ποιο λόγο; Σε ποια κατεύθυνση;

Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει σε όλα αυτά τα ερωτήματα, πού σε μια στιγμή «κενού» χρόνου περνάνε, ίσως, από την σκέψη όλων. Στη συνέχεια ξεχνιόμαστε, για την ακρίβεια αισθανόμαστε πολύ μικροί για να ασχοληθούμε με τόσο βαριά και άλυτα θέματα. Επιστρέφουμε στις μικρές ζωές μας, στις ασχολίες μας, πού νομίζουμε ότι μπορούμε να χειριστούμε καλύτερα, αφήνοντας όλα αυτά τα θέματα στη ασχολία των ειδικών, των φιλοσόφων, των οραματιστών, σε όλους εκείνους δηλαδή πού τους έχουμε εξορίσει έξω από τη στενή, ρεαλιστική πραγματικότητα. Τους έχουμε εξορίσει, είτε έχουν εξοριστεί από μόνοι τους, δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία, παρ’ όλα αυτά περιμένουμε να μας φέρουν τις απαντήσεις από την «άλλη γη», που η καθημερινότητά μας και η καθημερινότητα του πραγματικού και ρεαλιστικού μάς έχει αποκλείσει.

Όταν όμως αποκόβεσαι οικειοθελώς από την πηγή, είναι απολύτως σίγουρο ότι κάποια στιγμή θα διψάσεις και, όταν θα διψάσεις, το νερό μπορεί να είναι δυσεύρετο, γιατί θα έχεις απομακρυνθεί.

Εδώ λοιπόν είμαστε!

Άνυδροι και κάθιδροι, μέσα στη παγερή ζεστασιά της ρεαλιστικής πραγματικότητας. Όταν μιλούν οι αριθμοί, οι παθητικοί άνθρωποι οφείλουν να σωπαίνουν. Όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί εντέλει δεν έχουν τίποτα να πουν. Έτσι νομίζουν. Αλλά και λόγω του ότι οι αριθμοί, οι εξισώσεις, οι πολλαπλασιαστές, οι αναπτύξεις, έχουν προ πολλού αντικαταστήσει τον οιονδήποτε Λόγο πού μπορεί να υπάρξει. Στον παθητικό άνθρωπο η λογιστική της καθημερινής ζωής έχει αντικαταστήσει όλα τα ιερά και όσια πού μπορεί κάποιος να φανταστεί. Ο παθητικός άνθρωπος μπορεί να παρακολουθεί αυτοκτονίες, θανάτους, πείνα, φτώχεια και αρρώστια, πνευματική εξαθλίωση και μιζέρια, χαμογελώντας όταν οι ιεροί αριθμοί της λογιστικής δείχνουν ανάκαμψη. Σκυθρωπιάζει, όταν δείχνουν κάμψη και έλλειψη.

Ο παθητικός άνθρωπος έχει αντικαταστήσει την πηγή πού έπινε νερό με τους δείκτες του χρηματιστηρίου. Εγκατέλειψε την ησυχία των ναών και βρίσκει την ύπαρξη του μέσα σε μια αίθουσα πού για κάποιες ώρες τρέχουν ατελείωτοι αριθμοί, αριθμοί πού ορίζουν τύχες ολόκληρων λαών!!!

Ο παθητικός άνθρωπος δεν μπορεί να έχει άλλο ιερό από το χρήμα. Η πραγματικότητα που διαμορφώνει στερείται διεξόδων σε άλλες περιοχές της ύπαρξης. Δεν αντέχει τα μεγάλα βάθη των πνευματικών αναζητήσεων, γιατί ο ρεαλισμός πού καλείται να πραγματώσει αρχίζει και τελειώνει μέσα στα στενά όρια της επιβίωσης. Οι ουτοπίες τού προκαλούν ακραιφνή νύστα. Η αναζήτηση άλλων προϋποθέσεων ύπαρξης τον κουράζουν. Ο ρομαντισμός του εξαντλείται πολύ σύντομα από το πρωινό ξυπνητήρι, πού τον καλεί να συμμετάσχει στη φάρμα των προσγειωμένων, των προσαρμοστικών, και φθονεί, δεν ζηλεύει, φθονεί εκείνον που πάει να ξεφύγει απελπισμένα σε άλλες πραγματικότητες.

Το φαντασιακό του παθητικού ανθρώπου είναι η τηλεόραση και ο υπολογιστής του, μέσα από τα οποία πραγματώνει εικονικά, συνομιλώντας με το κουτιά, λες και αυτά τα κουτιά τον ακούν, ό,τι αυτά του υποβάλλουν.

Ο παθητικός άνθρωπος είσαι εσύ, είμαι εγώ, είναι αυτός με τον οποίο κοιμάσαι στο κρεβάτι, είναι αυτός πού συναντάς στη στάση το πρωί, είναι αυτός πού δουλεύεις μαζί του, είναι αυτός με τον οποίο συμφωνείς, αλλά κι εκείνος με τον οποίον διαφωνείς. Είναι ο σύγχρονος άνθρωπος, που αγαπά, μισεί και χαίρεται, αγανακτεί και λυπάται μέχρι ενός ορίου, όσο αυτό το όριο δεν θίγει την ρεαλιστική πραγματικότητα.

Όσο η ρεαλιστική πραγματικότητα γίνεται συμπαγής, τόσο η κίνηση και η αλλαγή επιβραδύνεται, δεν σταματά, επιβραδύνεται, σε όλα τα επίπεδα. Προσωπικά, κοινωνικά, αυτή η επιβράδυνση παίρνει με τον καιρό τα χαρακτηριστικά ενός βαλτώδους περιβάλλοντος. Όλα παραμένουν στατικά και ίδια. Οι συνήθειες, τα προβλήματα, τα αδιέξοδα γίνονται το μόνιμο ντεκόρ ατόμων και κοινωνιών πού εξορίζουν την κίνηση, την φρεσκάδα, την αλλαγή, την έμπνευση, σ’ ένα απώτερο μέλλον. Αλλά, κυρίως, αποκλείουν το όραμα από την ζωή των ανθρώπων. Την διάθεση να κινηθούν σε κάτι πού να είναι καλύτερο από αυτό πού ζουν.

Η στάση επενδύει στο φόβο. Ο φόβος επενδύει στη συρρίκνωση. Η συρρίκνωση στη βλακεία. Η βλακεία στην έλλειψη λογικής. Παρατηρείται διάθεση για βύθιση στο αρνητικό. Εκείνο που ανυψώνει τον άνθρωπο καθίσταται θολό και ασαφές, εντέλει άχρηστο.

Ο αγώνας για τον απεγκλωβισμό από την παθητικότητα είναι αγώνας δίχως σημαίες, φανφάρες και εξαγγελίες, δίχως αντίκρισμα. Είναι αγώνας πού δίνεται σε περιοχές σκοτεινές της ανθρώπινης υπόστασης και δεν υποστηρίζεται από κανέναν. Οι ήττες του είναι σαφώς περισσότερες από τις νίκες, αλλά εκεί πού νικά ανοίγει παράθυρα από τα οποία το φως πού εισέρχεται διαλύει σκότη πνευματικά, κοινωνικά, προσωπικά.

Είναι το Φως της ελπίδας και του οράματος για κάτι καλύτερο μέσα στο κόσμο, μέσα στον άνθρωπο.

Το παθητικό είναι ο θάνατος της ζωής.

Η ζωή είναι αέναη κίνηση εξέλιξης του υπάρχοντος σε κάτι ανώτερο.
“Όπου η ελευθερία υποχωρεί ένα χιλιοστό,
αυξάνεται στο εκατονταπλάσιο το βάρος της τάξης πραγμάτων»
«Η επανάσταση της καθημερινής ζωής»

Ο Raoul Vaneigem είναι Βέλγος συγγραφέας και φιλόσοφος.
Πηγή: Η ασελγής γοητεία του παθητικού - RAMNOUSIA