Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Ευαγγελισμός




Γιόρτασε και φέτος το χωριό μας και η Ευαγγελίστρια τη γιορτή του Ευαγγελισμού.
Κάθε χρονιά και καλύτερα!
Ο Ευαγγελισμός πάντοτε μας θυμίζει ένα καλό χαμπέρι, μέσα στα τόσα δυσάρεστα που μας κατακλύζουν.
Κι αυτό είναι η ελπίδα της αγάπης και η αλήθεια αυτής της ελπίδας!
Τα λουλούδια στο παρτέρι επαληθεύουν αυτή την αλήθεια, με την αναγέννηση της φύσης.

Άνοιξη...





«Μωρή πουτάνα μυγδαλιά, π’ ανθίζεις το Γενάρη,
δεν καρτερείς την Άνοιξη, ν’ ανθίσουμε ούλα αντάμα;
»

είπαν τα άλλα δέντρα στην αμυγδαλιά, σύμφωνα με το δημοτικό τραγούδι.
Φέτος, εξαιτίας της βαρυχειμωνιάς, η αμυγδαλιά τους έκανε το χατίρι και άργησε ν’ ανθίσει.
Το ίδιο κι η κρανιά, που ξεπερνάει σε ανυπομονησία και τη μυγδαλιά.
Ωστόσο, και πάλι, τα υπόλοιπα δέντρα δεν κατάφεραν να συγχρονιστούν…

Ήταν αυτοί οι άνθρωποι μια κάποια λύσις...

- Γιατί μέσα στη Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

- Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι, σαν έλθουν, θα νομοθετήσουν.

- Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη,
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

- Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

……………………………………………………………………………………….

- Γιατί κι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται, σαν πάντα,
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

- Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι αυτοί βαριούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.


Από το ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη «Περιμένοντας τους βαρβάρους»

(Με αφορμή την υπερψήφιση της Δανειακής Σύμβασης στις 20 Μαρτίου από την Ελληνική «Σύγκλητο».)

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

Η ελευθερία της αγάπης




«Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του κι ας σηκώσει τον σταυρό του να με ακολουθήσει.» (κατά Μάρκον, η΄ 34)

Τρίτη Κυριακή των Νηστειών σήμερα και γιορτάζει ο Σταυρός της αγάπης. Για την ελευθερία της αγάπης παραθέτουμε ένα κείμενο του Φιοντόρ Ντοστογέφσκυ από τους «Αδελφούς Καραμαζώφ». Υποτίθεται ότι γύρω στα 1500, περίοδο της Ιεράς Εξέτασης, ο Χριστός βρίσκεται στη Σεβίλλη της Ισπανίας και συλλαμβάνεται από τον Μέγα Ιεροεξεταστή, που τον γνώρισε και θέλησε να απαλλαγεί το γρηγορότερο από αυτή την ενοχλητική παρουσία. Παραθέτουμε κάποια τμήματα από τον μονόλογο του Ιεροεξεταστή:

«Εσύ είσαι; Εσύ; Μην απαντάς, σώπαινε. Γνωρίζω πολύ καλά τι θα είχες να πεις. Μα ούτε έχεις το δικαίωμα να προσθέσεις τίποτα σ’ εκείνα που ‘χεις ήδη πει. Γιατί ήρθες λοιπόν να μας ενοχλήσεις; Γιατί, για να μας ενοχλήσεις ήρθες, αυτό το ξέρεις κι Εσύ. Έχεις άραγε το δικαίωμα να μας γνωστοποιήσεις έστω κι ένα απ’ τα μυστικά του κόσμου απ’ τον οποίο ήρθες; Όχι, δεν έχεις, για να μην προσθέσεις σ’ εκείνα που έχουν πια ειπωθεί και για να μην αφαιρέσεις απ’ τους ανθρώπους την ελευθερία, που τόσο την υπερασπίστηκες όταν ήσουν στη γη. Ό,τι καινούργιο πεις τώρα, θα 'ναι πλήγμα για την ελευθερία της πίστης των ανθρώπων, γιατί θα φανεί ως θαύμα, ενώ η ελευθερία της πίστης τους Σου ήταν ό,τι πολυτιμότερο και τότε ακόμα, εδώ και χίλια πεντακόσια χρόνια. Μήπως δεν είχες πει συχνά και Συ ο ίδιος τότε: "Θέλω να σας κάνω ελεύθερους"; Μα να που τώρα είδες αυτούς τους "ελεύθερους ανθρώπους". Ναι, αυτή η δουλειά μας κόστισε πολύ, μα την αποτελειώσαμε επιτέλους εν ονόματί Σου. Δεκαπέντε αιώνες βασανιστήκαμε μ’ αυτήν την ελευθερία, μα τώρα τελειώσαμε μ’ αυτήν για τα καλά. Μάθε, όμως πως τώρα όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι βέβαιοι, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, για την ελευθερία τους κι όμως αυτοί οι ίδιοι μας φέρανε την ελευθερία τους και την κατέθεσαν ταπεινότατα στα πόδια μας. Κι αυτό το πετύχαμε εμείς. Μα εσύ αυτό ήθελες τάχα; Μια τέτοια ελευθερία θέλησες;
(…)Αντί να κυριέψεις την ελευθερία των ανθρώπων, Εσύ τους την έκανες ακόμα μεγαλύτερη! Η, μήπως ξέχασες πως ο άνθρωπος προτιμάει την ησυχία, ακόμα και το θάνατο, παρά την ελεύθερη εκλογή εν γνώσει του καλού και του κακού; Δεν υπάρχει τίποτα πιο ελκυστικό για τον άνθρωπο από την ελευθερία της συνείδησης του, μα δεν υπάρχει και τίποτα πιο βασανιστικό. Και να που, αντί να βάλεις σταθερές βάσεις για τον ησυχασμό της ανθρώπινης συνείδησης μια για πάντα, τους πρόσφερες ό,τι πιο ασυνήθιστο, ενδεχόμενο και αόριστο, όλα εκείνα που ήταν ανώτερα από τις δυνάμεις των ανθρώπων. Φέρθηκες λοιπόν σαν να μην τους αγαπούσες καθόλου. Και ποιος το ‘κανε αυτό; Εκείνος που ήρθε να θυσιάσει τη ζωή Του για χάρη τους! Αντί να κυριέψεις την ανθρώπινη ελευθερία, την πολλαπλασίασες και βάρυνες την ψυχή τους για τον αιώνα τον άπαντα με τα βάσανα τούτης της ελευθερίας. Θέλησες την ελεύθερη αγάπη του ανθρώπου, θέλησες να Σε ακολουθήσει ελεύθερα. Αντί να υπακούει στον παλιό αυστηρό νόμο, ο άνθρωπος έπρεπε με ελεύθερη καρδιά να αποφασίζει από δω και μπρος ποιο είναι το καλό και ποιο το κακό, έχοντας μοναδικό του οδηγό τη μορφή Σου. Μα είναι δυνατό λοιπόν να μη σκέφτηκες πως τελικά θ’ απαρνηθεί ακόμα και τη μορφή Σου και την αλήθεια Σου, συντριμμένος κάτω από το τρομερό βάρος: την ελευθερία της εκλογής; Θα φωνάξουν στο τέλος πως η αλήθεια δε βρίσκεται σε Σένα, γιατί θα ‘ταν αδύνατο να τους αφήσει κανείς σε μεγαλύτερη σύγχυση και αγωνία απ’ όσο τους άφησες Εσύ, αφήνοντάς τους τόσες φροντίδες και τόσα άλυτα προβλήματα. Ώστε λοιπόν, Εσύ ο ίδιος έβαλες τις βάσεις για την καταστροφή της βασιλείας Σου και μην κατηγορείς γι’ αυτό κανέναν άλλον.
Υπάρχουν τρεις δυνάμεις στον κόσμο που θα μπορούσαν να νικήσουν και να υποτάξουν για πάντα τη συνείδηση αυτών των αδυνάμων στασιαστών, κι αυτό για τη δική τους την ευτυχία. Αυτές οι δυνάμεις είναι: το θαύμα, το μυστήριο και το κύρος. Εσύ απόρριψες και το ‘να και τ’ άλλο και το τρίτο κι έδωσες μονάχος Σου το παράδειγμα για να κάνουν όλοι το ίδιο.
(…..)Μα δεν ήξερες πως, μόλις ο άνθρωπος αρνηθεί το θαύμα, θ’ αρνηθεί παρευθύς και το Θεό, γιατί ο άνθρωπος δε ζητάει τόσο το Θεό όσο τα θαύματα. Κι επειδή ο άνθρωπος δεν έχει τη δύναμη να μείνει δίχως θαύματα, θα δημιουργήσει για τον εαυτό του νέα θαύματα, δικά του πια, και θα προσκυνήσει τις μαγγανείες, τα ξόρκια των τσαρλατάνων, έστω κι αν είναι εκατό φορές στασιαστής, αιρετικός και άθεος. Δεν κατέβηκες απ’ το σταυρό, όταν Σου φωνάζανε περιγελώντας Σε: "Κατέβα απ’ το σταυρό, για να πιστέψουμε πως είσαι Εσύ". Δεν κατέβηκες, γιατί και πάλι δε θέλησες να σκλαβώσεις τον άνθρωπο με το θαύμα. Λαχταρούσες την ελεύθερη αγάπη κι όχι τους δουλικούς ενθουσιασμούς του σκλάβου, του τρομοκρατημένου μπροστά σε μιαν ισχύ που τον συντρίβει. Μα κι εδώ εκτίμησες τους ανθρώπους τόσο που δεν τ’ αξίζανε, γιατί φυσικά αυτοί είναι δούλοι, αν και πλάστηκαν επαναστάτες. Κοίτα και κρίνε μονάχος Σου. Πέρασαν πια δεκαπέντε αιώνες. Κοίταξε τους: Ποιον πήγες ν’ ανυψώσεις; Παίρνω όρκο πως ο άνθρωπος πλάστηκε πιο αδύναμος και πιο ταπεινός απ’ ό,τι τον νόμισες! Μπορεί τάχα να επιτελέσει ό,τι κι Εσύ; Εκτιμώντας τον τόσο πολύ, φέρθηκες σαν να ‘παψες πια να τον συμπονείς, γιατί του ζήτησες πάρα πολλά. Και ποιος; Εκείνος που τον αγάπησε περισσότερο κι απ’ τον εαυτό Του! Αν τον εκτιμούσες λιγότερο, θα του ζητούσες λιγότερα και τότε θα ‘δειχνες πως τον αγαπάς πιο πολύ, γιατί το βάρος που θα τον έβαζες να σηκώσει θα ‘ταν μικρότερο. Αυτός είναι αδύναμος και τιποτένιος.
Τι σημαίνει αν τώρα επαναστατεί παντού ενάντια στην εξουσία μας και καυχιέται κιόλας γιατί είναι επαναστάτης; Αυτό είναι περηφάνια ενός παιδιού, ενός σκολιαρόπαιδου. Είναι μικρά παιδιά που ξεσηκώθηκαν στην τάξη και διώξανε το δάσκαλο τους. Μα θα ‘ρθει κι ένα τέλος στον παιδιάστικο ενθουσιασμό τους κι όλα αυτά θα τους κοστίσουν ακριβά. Θ’ ανατρέψουν τους ναούς και θα πλημμυρίσουν με αίμα τη γη. Μα στο τέλος, τ’ ανόητα παιδιά θ’ αντιληφθούν πως, αν και είναι στασιαστές, είναι αδύναμοι στασιαστές, που δεν μπορούν να βαστάξουν ούτε τη δική τους ανταρσία. Μουσκεμένοι στ’ ανόητα δάκρυά τους, θα παραδεχτούν στο τέλος πως Εκείνος που τους έφτιαξε επαναστάτες, το δίχως άλλο θέλησε να τους περιγελάσει. Αυτό θα το πούνε μέσα στην απόγνωσή τους και η λέξη αυτή θα ‘ναι μια βλασφημία που θα τους κάνει ακόμα πιο δυστυχισμένους, γιατί η ανθρώπινη φύση δεν ανέχεται τη βλασφημία και στο τέλος θα εκδικηθεί η ίδια τον εαυτό της. Ανησυχία, λοιπόν, ταραχή, δυστυχία, να ποια είναι η τωρινή μοίρα των ανθρώπων, ύστερα από τα τόσα που υπόφερες για την ελευθερία τους!
(…)Μα συνήλθα και δε θέλησα να υπηρετήσω την αφροσύνη. Γύρισα και προσχώρησα στην ομάδα εκείνων που διορθώσανε το έργο Σου. Εγκατέλειψα τους περήφανους και επέστρεψα στους ταπεινούς, για να τους κάνω ευτυχισμένους. Όλα όσα Σου λέω θα γίνουν και η βασιλεία μας θα οικοδομηθεί. Σου ξαναλέω πως, αύριο κιόλας, θα δεις αυτή την υπάκουη αγέλη να τρέχει με το πρώτο μου νεύμα, να συνδαυλίζει την πυρά που θα Σε κάψω, γιατί ήρθες να μας ενοχλήσεις. Γιατί, αν υπάρχει κανένας που να αξίζει περισσότερο από κάθε άλλον την πυρά μας, αυτός είσαι Εσύ. Αύριο θα Σε κάψω!»
... Ο ιεροεξεταστής σωπαίνει, περιμένει μια στιγμή την απάντηση του Κρατούμενου. Η σιωπή του, τον βαραίνει. Ο Κρατούμενος τον άκουγε όλη την ώρα, έχοντας καρφωμένη πάνω του τη διαπεραστική κι ήρεμη ματιά του, φανερά αποφασισμένος να μην του απαντήσει. Ο γέρος θα ‘θελε να του πει κάτι, έστω κι αν ήταν λόγια πικρά και σκληρά. Ξαφνικά, ο Κρατούμενος πλησιάζει ήρεμα και σιωπηλός το γέρο και του φιλά τ’ άχρωμα χείλια του. Αυτή ήταν όλη κι όλη η απάντησή του. Ο γέρος τινάζεται, τα χείλια του τρέμουν. Πάει στην πόρτα, την ανοίγει και του λέει: «Φύγε και να μην ξαναγυρίσεις πια... Ποτέ πια!» Και τον αφήνει να φύγει μέσα στα σκοτάδια της πόλης. Ο Κρατούμενος φεύγει
.


Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

"Χωρίς σύνορα"




Ο Πολιτιστικός Σύνδεσμος Ζαγορισίων, την Κυριακή 18 Μαρτίου στις 8:00 μμ. στην αίθουσα "Βασ. Πυρσινέλλας" του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Ιωαννιτών πραγματοποιεί ένα από τα νοσταλγικά ταξίδια του στο χωροχρόνο, με τίτλο: "Χωρίς σύνορα", και μας ταξιδεύει περίπου έναν αιώνα πίσω, και στα ανατολικά της Θράκης.
Η εκδήλωση στηρίζεται σε κείμενα της Νίκης Ζούκη, τα δρώμενα θα παρουσιάσουν η Άννα Βαρζώκα, ο Δημήτρης Ράπτης κι ο Πέτρος Χριστακόπουλος, στην αφήγηση ο Χάρης Δάφλος, υπεύθυνος προγράμματος και διδασκαλίας χορών ο Γιάννης Τριφύλλης, ενώ τους σκοπούς και τα τραγούδια της παράστασης θα αποδώσουν: Ο Αλέξανδρος Αρκαδόπουλος στο κλαρίνο, η Έφη Ζαϊτίδου στο κανονάκι, ο Μάνος Κουτσαγγελίδης στο τραγούδι, ο Θωμάς Κωνσταντίνου στο ούτι, ο Κώστας Μερετάκης στα κρουστά και το τραγούδι κι ο Γιώργος Μαρινάκης στο βιολί.
Είσοδος:5 €.

Η πραγματική ανάγκη


Λένε πως ένα πρωί, όταν ο Διογένης ακόμα ήταν μισοκοιμισμένος μπροστά σε μία πόρτα όπου είχε περάσει τη νύχτα του, πέρασε από εκεί ένας πλούσιος γαιοκτήμονας.
- Καλημέρα, είπε ο άρχοντας.
- Καλημέρα, είπε ο Διογένης.
- Αυτή η βδομάδα μου πήγε πολύ καλά και ήρθα να σου δώσω αυτό το πουγκί με τα χρήματα. Πάρ’ τα, δεν είναι παγίδα. Δικά μου είναι και στα δίνω. Ξέρω ότι τα χρειάζεσαι περισσότερο από μένα.
- Εσύ έχεις κι άλλα; ρώτησε ο Διογένης.
- Και βέβαια έχω, αποκρίθηκε ο πλούσιος. Έχω κι άλλα πολλά.
- Και δε θα ήθελες να έχεις περισσότερα απ’ όσα έχεις;
- Ναι, και βέβαια θα το ήθελα.
- Τότε κράτησε αυτά τα χρήματα. Γιατί εσύ τα χρειάζεσαι περισσότερο από μένα.

απόσπασμα απ’ το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι: «Να σου πω μια ιστορία;», εκδ. Opera animus

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Στη μνήμη της Δόμνας Σαμίου (1928-2012)


Η Δόμνα Σαμίου μάς δίδαξε με τη ζωή της το μεράκι και την αγάπη για τους ανθρώπους.
Η ζωή της και το έργο της θυμίζουν τους στίχους του Τούρκου ποιητή Ναζίμ Χικμέτ:
Τὰ τραγούδια τῶν ἀνθρώπων
εἶναι πιὸ ὄμορφα ἀπ᾿ τοὺς ἴδιους
πιὸ βαριὰ ἀπὸ ἐλπίδα
πιὸ λυπημένα
πιὸ διαρκῆ.
Πιότερο ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους,
τὰ τραγούδια τους ἀγάπησα
.


Παραθέτουμε δυο χαρακτηριστικά κείμενα από μια σύντομη αυτοβιογραφία της:

"Από φτώχεια τώρα καταλαβαίνετε τι γινότανε. Θυμάμαι πάρα πολλές φορές ότι τα βράδια δεν είχαμε τίποτα στο σπίτι να φάμε και παίρναμε μια ρέγγα από τον μπακάλη κι ο πατέρας μου άναβε μια εφημερίδα για να την ψήσει και τρώγαμε τέσσερα άτομα, τρώγαμε μια ρέγγα και τα τέσσερα άτομα, πίναμε και μπόλικο νερό γιατί ήτανε αλμυρή η ρέγγα, φούσκωνε η κοιλιά μας και κοιμόμασταν.
Από ρούχα; Εγώ θυμάμαι ότι παπούτσια μας παίρνανε μια φορά το χρόνο και κείνο αν καταφέρναν να τα πάρουνε.
Το χειμώνα η παράγκα έτρεχε γιατί εμείς ήμασταν στην πιο χαμηλή στάθμη. Υπήρχαν άλλες παράγκες, όχι καν χτιστά σπίτια, παράγκες που ήτανε απέναντί μας και επειδή αυτοί οι άνθρωποι είχαν κάποια καλύτερη οικονομική άνεση από μας, έβαλαν κεραμίδια για να αποφύγουν το νερό που έμπαινε. Ενώ σε μας τους υπόλοιπους κάθε φθινόπωρο μάς έδινε η δημαρχία από ένα τόπι πισσόχαρτο. Ανέβαιναν οι νοικοκυραίοι και άπλωναν αυτό το πισσόχαρτο, έβαζαν πήχες και το κάρφωναν, αλλά με πολύ δυνατό αέρα σκιζόταν το πισσόχαρτο και η βροχή έμπαινε μέσα. Όπου η κακομοίρα η μάνα μου έπαιρνε τσουκάλια, τεντζερέδια, κατσαρόλια και τα ’βαζε όπου έτρεχε το νερό κι έσταζε. Θυμάμαι πολλές φορές έσταζε και πάνω στο κρεβάτι που κοιμόμουνα με την αδερφή μου. Τύλιγε τότε η μάνα το στρώμα ρολό, για να μη βραχεί και μουχλιάσει, το ’κανε στην άκρη και μας έβαζε επάνω και κάποιες βραδιές ξενυχτούσαμε πάνω στο στρώμα.
Φυσικό είναι, όλοι οι γείτονές μου ήτανε Μικρασιάτες. Αυτοί οι άνθρωποι που ήρθαν από κει, παρόλο τον καημό που είχανε, παρόλο τον πόνο που χάσανε την πατρίδα τους και τα σπίτια τους και τα έχει τους, βρήκανε δουλειά σιγά-σιγά εδώ και το κέφι δεν τους έλειπε. Πήγαιναν στις ταβέρνες που δημιουργήθηκαν εκεί γύρω, πίναν το κρασάκι τους, το ουζάκι τους, τραγουδούσανε. Ήτανε πάρα πολύ εγκάρδιοι. Γινόταν, ας πούμε, ένας γάμος. Όλοι μαζί βοηθούσαν στο γάμο, στρώνανε τα τραπέζια στην αυλή, φορούσανε στη μέση τους οι άντρες τραπεζομάντιλα και κάνανε τα γκαρσόνια. Ή αν γεννούσε μια γυναίκα, τρέχανε όλες οι γειτόνισσες να βοηθήσουνε τη λεχώνα να γεννήσει, να της πλύνουν τα ρούχα, να της πλύνουν τα πιάτα, να μαγειρέψουνε. Ή αν γινότανε κηδεία, πάλι όλοι τρέχανε να βοηθήσουνε. Δεν είναι αυτό το σημερινό, που μένεις σε μια πολυκατοικία και δεν ξέρεις ποιος κάθεται από πάνω, ποιος κάθεται από κάτω, ποιος κάθεται πλάι. Εκεί γνώριζε ο ένας τον άλλον στη γειτονιά και όλοι συντρέχανε ο ένας τον άλλον, να βοηθήσουνε."


"Μέχρι τώρα έχω δουλέψει πάρα πολύ πάνω στο δημοτικό τραγούδι, θα έλεγα ότι ίσως είναι έργο ζωής. ...Παρόλα αυτά, όσο αντέχω και όσο μου επιτρέπουν οι δυνάμεις μου, θέλω ακόμα να δουλέψω πάνω στο δημοτικό τραγούδι. Όταν έχω χρόνο, να κάνω πάλι συλλογή, να πάω να μαζέψω υλικό και ο σκοπός μου είναι να βγάλω δίσκους γιατί οι δίσκοι μένουν. Μια μέρα θα φύγω εγώ, θα φύγουν οι συνεργάτες μου, αλλά οι δίσκοι μένουν. Και αν μου δοθεί ευκαιρία να κάνω ακόμα μερικές εκπομπές στην τηλεόραση, που κι αυτές οι εκπομπές μένουν. Και κάποια μέρα οι νέοι θα βλέπουν και θα ακούν και θα λένε, «να, έτσι ήταν κάποτε».
Οι νέοι πρέπει να γνωρίσουνε, να αγαπήσουνε, να τραγουδήσουνε ακόμα το δημοτικό τραγούδι στη μορφή που έφτασε σε μας από την παράδοση και τότε νομίζω ότι θα μπορέσουνε να καταλάβουνε τον πολιτισμό, την πνευματική αξία και την ηθική υπόσταση των ανθρώπων που το δημιούργησαν. Εγώ νομίζω ότι το πιο σπουδαίο πράγμα στο δημοτικό τραγούδι είναι αυτό το μάθημα ήθους που μας δίνει. Δηλαδή, το δημοτικό τραγούδι μάς μαθαίνει ότι τα τραγούδια γράφονται για να εκφραζόμαστε κι όχι για να κάνουμε επιτυχία, όχι δηλαδή να κάνουμε σουξέ."

Από Τετάρτη παίρνουμε τα τσαπιά...


Από Τετάρτη φτιάχνει ο καιρός κι έρχεται η ώρα να δουλευτεί η γης...
Αναφέρουμε παρακάτω κάποιες γενικές οδηγίες για τους λιγότερο έμπειρους.

ΓΕΝΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΣΠΟΡΑ-ΦΥΤΕΜΑ-ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΛΑΧΑΝΙΚΩΝ

Το φύτεμα των λαχανικών από σπόρους είναι μια εύκολη δουλειά, αρκεί να ακολουθήσουμε σωστά κάποιους γενικούς κανόνες. Το χώμα φύτευσης πρέπει να είναι ελαφρύ, καλά δουλεμένο, απαλλαγμένο από άλλους σπόρους. Επίσης πρέπει να στραγγίζει καλά, για να μην κρατεί υγρασία και σαπίσουν οι σπόροι μας. Ο γενικός κανόνας στο βάθος φύτευσης είναι περίπου τρεις φορές το μέγεθος του σπόρου, δηλαδή άλλο βάθος θα φυτεύουμε τις ντομάτες, που είναι πολύ μικρός ο σπόρος, και άλλο τα καλαμπόκια ή τον αρακά, που είναι μεγαλύτερος ο σπόρος τους. Το φως, η υγρασία και η θερμοκρασία είναι απαραίτητα για το φύτρωμα των σπόρων. Η εποχή σποράς, λαχανικών πρέπει να είναι μέσα στους ακόλουθους πίνακες θερμοκρασίας, γιατί το μικροκλίμα κάθε περιοχής είναι διαφορετικό, άλλο δηλαδή για τη βόρειο και άλλο για την νότιο Ελλάδα. Οι σπόροι βλαστάνουν και έξω από τις συγκεκριμένες θερμοκρασίες, αλλά υπολογίστε μεγαλύτερο χρόνο βλάστησης στις χαμηλότερες και μικρότερο χρόνο βλάστησης στις μεγαλύτερες θερμοκρασίες.


ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΦΥΤΕΥΣΗΣ ΛΑΧΑΝΙΚΩΝ
Οι αποστάσεις φύτευσης μεταξύ των φυτών πολλές φορές διαφέρουν. Άλλες αποστάσεις χρησιμοποιούμε σε παρτέρια με καλή λίπανση και άλλες σε διαφορετικές ποικιλίες φυτών.
Οι ακόλουθες είναι οι προτεινόμενες, πιο συμβατές «γενικού τύπου»:

ΑΓΓΟΥΡΙ
Στις σειρές σε χωράφι: 30-45 εκ.
Ανάμεσα στις σειρές: 120-180 εκ.

ΚΑΛΑΜΠΟΚΙ
Στις σειρές σε χωράφι: 20-30 εκ.
Ανάμεσα στις σειρές: 75-90 εκ.

ΚΑΡΟΤΟ
Στις σειρές σε χωράφι: 5-7.5 εκ.
Ανάμεσα στις σειρές: 40-60 εκ.

ΚΟΛΟΚΥΘΑ
Στις σειρές σε χωράφι: 60-70 εκ.
Ανάμεσα στις σειρές: 90-150 εκ.

ΚΟΥΝΟΥΠΙΔΙ
Στις σειρές σε χωράφι: 30-60 εκ.
Ανάμεσα στις σειρές: 60-90 εκ.

ΚΡΕΜΜΥΔΙ
Στις σειρές σε χωράφι:5-10 εκ.
Ανάμεσα στις σειρές: 30-45

ΛΑΧΑΝΟ/ΜΑΠΑ
Στις σειρές σε χωράφι: 30-45 εκ.
Ανάμεσα στις σειρές: 60-90 εκ.

ΜΑΡΟΥΛΙ
Στις σειρές σε χωράφι: 20-30 εκ.
Ανάμεσα στις σειρές: 30 εκ.

ΜΠΙΖΕΛΙ
Στις σειρές σε χωράφι: 5-7,5 εκ.
Ανάμεσα στις σειρές: 30-75 εκ.

ΜΠΡΟΚΟΛΟ
Στις σειρές σε χωράφι: 30-60 εκ.
Ανάμεσα στις σειρές: 60-90 εκ.

ΠΑΤΑΤΑ
Στις σειρές σε χωράφι: 25-30 εκ.
Ανάμεσα στις σειρές: 60-90 εκ.

ΠΙΠΕΡΙΑ
Στις σειρές σε χωράφι: 30-60 εκ.
Ανάμεσα στις σειρές: 60-75 εκ.

ΣΚΟΡΔΟ
Στις σειρές σε χωράφι:10-20 εκ.
Ανάμεσα στις σειρές: 30-40 εκ.

ΣΠΑΝΑΚΙ
Στις σειρές σε χωράφι:7,5-15 εκ.
Ανάμεσα στις σειρές: 30-45 εκ.

ΤΟΜΑΤΑ
Στις σειρές σε χωράφι: 60-90 εκ.
Ανάμεσα στις σειρές: 90-120 εκ.

ΦΑΣΟΛΙΑ ΑΝΑΡΡΙΧΩΜΕΝΑ
Στις σειρές σε χωράφι: 10-30 εκ.
Ανάμεσα στις σειρές: 60-90 εκ

ΦΑΣΟΛΙΑ ΘΑΜΝΟΙ
Στις σειρές σε χωράφι: 5-10 εκ.
Ανάμεσα στις σειρές: 60-90 εκ.

Ένας χρόνος χωρίς τον Μανώλη Ρασούλη


"Ο Σαρών σαρώνει. Έχει τον Αραφάτ περιορισμένο κατ’ οίκον και κανείς δεν κάνει κιχ. Μου ‘ρχεται να κάνω μια οργάνωση ονόματι Κιχ και να πάει εκεί και να πλακώσει όλους στις μάπες. Ως κρητικός στενοχωριέμαι γιατί κι ο Αραφάτ Αραφατάκης είναι κατ’ ουσίαν ως Παλαιστίνιος φιλισταίος άρα κρης. Το υπαινίσσεται συνέχεια, άλλωστε, στα συνέδρια και αλλαχού.
Οι κρητικοί; Κοιμούνται όρθιοι. Και μου λαχε εμένα, όχι να τους ξυπνήσω, αλλά να τους βάλω να κοιμούνται, τουλάχιστον τα ανάσκελα. Χρρρρρρρκς. Κάποια στιγμή ψάρωσα. Αφού ούτε η Γλυκερία τους ένωσε εγώ πώς; Όμως δεν παραδόθηκα. Ψάχνω και ψάχνομαι για λύση. Όχι Σολομώντια. Ρασούλια. Γιατί ούτε εκεί είναι το Σούλι. Δεν ζούμε στην Παλαιά Διαθήκη. Ούτε σε αποθήκη.
Έχουμε δόξα τω Θεώ αρκετό νιονιό να μοιράσουμε δυο γαϊδάρων άχυρα. Παρά να ψάχνω ψύλλους στ άχυρα. Αν και πιστεύω ότι αμφότεροι μοιάζουν με 2 γαϊδάρους που μάλωναν σε ξένο αχυρώνα. Διότι εδώ προπορεύονται τα συμφέροντα της ανθρωπότητας πρώτα από καθενός άλλου. Και τα οποία συμφέροντα, ας μας συγχωρεί η χάρη τους, δεν ταυτίζονται επουδενί με τα συμφέροντα των ΗΠΑ και των Διεθνών Νομισματικών Ταμείων.
Όταν μέσα σε χρονική απόσταση ωρών ο Μπούς και ο Μπιν Λάντεν είπαν, σαν να ταν δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, ότι όποιος δεν είναι μ εμάς είναι εχθρός μας, μ έκαναν τοστ. Όμως πίσω έχει η αχλάδα την ουρά, κι εμείς κάτι παράξενοι που χουμε όραμα το ολοστρόγγυλο του πλανήτη και την ιερότητα της ολότητας διαβάζουμε άλλου παπά ευαγγέλιο. Κρίνουμε και πράττουμε κατά πως συμφέρει την ανθρωπότητα. Κι αυτά τα δόγματα των επικρατούντων: είσαι απολύτως ελεύθερος να λες αυτά που θέμε, εγώ τα ακούω βερεσέ.
Σίγουρα ο Αραφάτ είναι κρητικός. Σίγουρα οι νεόκρητες είναι ένα κατακάθι της ιστορίας. Σίγουρα οι Εβραίοι επικυριαρχούν. Και σίγουρα ο πλανήτης πάει κατά διαόλου.
Κι ο καθείς; Τι λέει ο καθείς; Αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας; Δεν μιλεί. Ή ψελλίζει ή ουρλιάζει.
Όμως σίγουρα θα νιώσει το μαχαίρι στο κόκαλο. Και τότε θ αντιδράσει. Όμως α) η αντίδραση δεν είναι και το καλύτερο. β) θα ναι αργά.
Κι όμως, τα πράγματα ενώ είναι τα χείριστα, είναι συνάμα και τα κάλλιστα. Έχουμε όλα τα συστατικά, εν δυνάμει σιγουρότατα, να παραχθεί η δέουσα προϋπόθεση. Με μια λέξη: συνείδηση. Κι ο νοών νοήτω." ΜΑΝΩΛΗΣ ΡΑΣΟΥΛΗΣ





Αναδημοσίευση από: ΟΙΚΟΔΟΜΟΣ

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

Τα Επτά Θαύματα του Κόσμου


Ζητήθηκε από μια ομάδα μαθητών να γράψουν μια λίστα με αυτά που κατά τη γνώμη τους είναι τα σημερινά «Επτά Θαύματα του Κόσμου». Παρότι υπήρξαν κάποιες διαφωνίες, οι περισσότερες γνώμες αφορούσαν τα παρακάτω:
1) Οι Πυραμίδες της Αιγύπτου
2) Το Taj Mahal
3) Το Grand Kanyon
4) Η Διώρυγα του Παναμά
5) Το Empire State Building
6) Η Βασιλική του Αγίου Πέτρου
7) Το Σινικό Τείχος
Ενώ μάζευαν τα γραπτά, ο δάσκαλος πρόσεξε ότι μια μαθήτρια δεν είχε τελειώσει το γράψιμο. Τη ρώτησε αν είχε κάποιο πρόβλημα με τη λίστα.
Το κορίτσι απάντησε: «Ναι. Δεν μπορώ να αποφασίσω, γιατί είναι τόσα πολλά…»
Ο δάσκαλος είπε: «Πες μας, λοιπόν, τι έγραψες, για να δούμε αν μπορούμε να σε βοηθήσουμε».
Το κορίτσι στην αρχή δίστασε, αλλά μετά διάβασε:
«Πιστέυω ότι τα επτά θαύματα του κόσμου είναι:
1) Να βλέπεις…
2) Να ακούς…
3) Να αγγίζεις…
4) Να γεύεσαι…
5) Να αισθάνεσαι…
6) Να γελάς…
7) Να αγαπάς…
»

Τα πιο πολύτιμα πράγματα στη ζωή δεν μπορείς να τα κατασκευάσεις ούτε να τα αγοράσεις…


(Από το nefeloma.blogspot.com)

Το παραμύθι της ανάπτυξης


Το παρακάτω «παραμύθι», μπορούμε να το αντιστοιχίσουμε, τηρουμένων των αναλογιών, στον δικό μας τόπο και να σκεφτούμε τι χάνουμε και τι κερδίζουμε σε οποιαδήποτε διαδικασία που ονομάζεται «ανάπτυξη», την οποία συχνά μπορούμε να τη μεταφράσουμε ως "εκμετάλλευση ανθρώπων και φυσικών πόρων".
Το παρακάτω κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό χώρο tvxs.gr

Το παραμύθι της ανάπτυξης
Tου Γιάννη Μακριδάκη


Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό μια παραδοσιακή ελληνική οικογένεια, που ζούσε σε ένα όμορφο σπίτι στην ύπαιθρο και είχε ένα εύφορο κτήμα ολόγυρα, είχε πηγάδι, στέρνα, περιβόλι και ζώα διάφορα. Πολλές γενιές έζησαν και έθρεψαν τα παιδιά τους μέσα σε αυτό το κτήμα. Αλλά έφτασε κάποτε η ώρα, εντός της δεκαετίας του 1980, κατά την οποία ο πατέρας, που είχε μεγαλώσει δουλεύοντας στη γη και μπούχτισε, πήρε τη μεγάλη απόφαση. Να λάβει δάνειο από την τράπεζα και να χτίσει μες στο κτήμα ενοικιαζόμενα δωμάτια για να φιλοξενεί τουρίστες, να συμβαδίσει με την εποχή του και να αναπτυχθεί.
Έχτισε λοιπόν ένα μεγάλο κομμάτι γης που το χρησιμοποιούσαν μέχρι πρότινος για την παραγωγή των αναγκαίων προϊόντων της διατροφής τους αλλά δεν τον πείραξε και πολύ διότι, όπως τα υπολόγισε, με τα λεφτά που κέρδιζε από τον τουρισμό μπορούσε όλα αυτά που δεν παρήγαγε πλέον να τα αγοράζει και να είναι και πιο ξεκούραστος- πέταξε σιχτιρίζοντας και τους παλιούς σπόρους που είχε κρατημένους στο κελάρι ο μακαρίτης ο πατέρας του, ως άχρηστους πλέον.
Οι δουλειές πήγαιναν αρκετά καλά, ξεπλήρωνε τις δόσεις του δανείου κανονικότατα και έτριβε τα χέρια του, ήτανε περήφανος για την απόφασή του και κορδωνότανε κάθε τόσο στη γυναίκα του που έπλενε σεντόνια γελώντας κι αυτή. Μετά από ένα διάστημα αποφάσισε να επεκτείνει λίγο ακόμα την επιχείρησή του, κι έτσι έβγαλε τα ζώα από το κτήμα διότι βρομούσαν και δεν συμβάδιζαν με τους νέους κανόνες υγιεινής, άσε που έπιαναν και πολύτιμο χώρο, έχτισε μερικά ακόμα δωμάτια, έριξε τσιμέντο σε ένα ακόμα μέρος του κτήματος για να το κάνει χώρο στάθμευσης των αυτοκινήτων των πελατών αλλά και των οχημάτων της οικογένειας που φτάσανε να έχουν από ένα ο καθένας τους, να μη σηκώνεται και σκόνη απ' το χώμα, κι έκανε βόθρο το πηγάδι διότι δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς μιας και οι επισκέπτες αυξάνονταν χρόνο με το χρόνο και οι ανάγκες ήταν επείγουσες.
Αυτός είχε μεγαλώσει ως γιος γεωργού, σε ένα ιδιωτικό και αυτόνομο κτήμα, με κελάρια γεμάτα σοδειές που εξασφάλιζαν την διατροφική αυτάρκεια της οικογένειας για όλο τον χρόνο. Τα παιδιά του τώρα μεγάλωναν ως τέκνα ξενοδόχου, μέσα σε ένα χώρο που καμία σχέση δεν είχε πλέον με γεωργική γη, που τα κελάρια είχαν μετατραπεί σε πλυντήρια, οι στάβλοι σε καζάνια για τη λειτουργία της θέρμανσης, το πηγάδι σε βόθρο και το χωράφι σε τσιμέντο.
Είχαν όμως μπόλικα χρήματα σε τραπεζικούς λογαριασμούς κι έτσι δεν είχαν ανάγκη ούτε από παραγωγή ούτε από κελάρι για να ζήσουν. Μπορούσαν να ψωνίζουν ανά πάσα ώρα και στιγμή ό,τι χρειαζόταν κι έτσι δεν προβληματίστηκαν ποτέ. Απεναντίας, ο πατέρας ήταν απόλυτα περήφανος και ευχαριστημένος με το σχέδιο που συνέλαβε και έφερε εις πέρας και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας ευτυχή. Εκτός από τον μικρό γιο. Αν δεν είναι αυτό ανάπτυξη και ποιότητα ζωής, τότε τι είναι;
Πέρασαν τα χρόνια κι ήρθε πάλι να κλείσει ο ιστορικός κύκλος του οικονομικού αυτού συστήματος. Οι άνθρωποι, επειδή γεννιούνται μια φορά, νομίζουν ότι όλος ο κόσμος μια φορά γεννήθηκε, μαζί τους, ότι δεν υπήρξε τίποτα πριν απ’ αυτούς κι ούτε μετά απ’ αυτούς θα υπάρξει, πως θα τελειώσουν όλα μαζί με τους ίδιους και τους γύρω τους. Οπότε, έχουν χρέος όλα να τα εκμεταλλευτούν προς όφελός τους, όλα να τα αλλάξουν. Έκλεισε λοιπόν ακόμα μια φορά ο ιστορικός κύκλος της οικονομίας, ήρθε άλλη μια εποχή κρίσης, στενέψανε τα πράγματα για το οικογενειακό εισόδημα. Τα δωμάτια αρχίσανε να μένουνε κενά, τα αυτοκίνητα να ακινητοποιούνται λόγω πολλών εξόδων, η αγορά τροφίμων να είναι το βασικό τους μέλημα.
Ο μικρός γιος έκραξε τότε για πρώτη φορά ότι ήτανε λάθος όλη αυτή η κίνηση που είχε κάνει στο παρελθόν ο πατέρας, που κατάστρεψε την πρωτογενή παραγωγή, διότι όσο εισόδημα και να σου εξασφαλίζει η ανάπτυξη, άμα δεν έχεις να φας και εισάγεις αγοράζοντας τα αμφιβόλου ποιότητας τρόφιμά σου, δεν έχεις κάνει και κάνα σπουδαίο σχέδιο.
Αυτόν όμως τον καταχέρισαν όλοι μαζί βρίζοντας, διότι ήτανε από μικρός αλαφροΐσκιωτος, οικολόγος, έκλαιγε κάθε φορά που η γιαγιά του πήγαινε να σφάξει έναν πετεινό. Έμπλεξε ύστερα και με κάτι παράξενους τύπους αξούριστους κι ακούρευτους στο πανεπιστήμιο κι αρχίσανε να μιλάνε για πράγματα οπισθοδρομικά, για χώματα και σπόρους και καλλιέργειες. «Μα που ζεις;», του φώναξε σε μια δόση η αδερφή του, «Στο 1940;»
Και μέσα σε όλην αυτή την τραγική κατάσταση, κάνανε οικογενειακό συμβούλιο και αποφασίσανε, κατά πλειοψηφία βέβαια, με τον μικρό γιο μονάχα να καταψηφίζει, να λάβουνε νέο δάνειο και να πάνε πάλι βουρ για ανάπτυξη. Αυτή τη φορά όμως με πράσινη ενέργεια, για να είναι ευχαριστημένος κι ο Βενιαμίν. Μα τι αχάριστος αυτός! Πάλι είχε αντιρρήσεις.
Ο μεγάλος του αδερφός ξεδίπλωσε το σχέδιο. Στο βορινό κομμάτι του κτήματος, που είχε απομείνει ακόμα άχτιστο, θα εγκαθιστούσαν μερικές ανεμογεννήτριες. Αέρα είχε πολύ η περιοχή και θα γυρίζανε οι προπέλες τους για πάρα πολλές μέρες τον χρόνο. Στο νοτινό, στο φωτεινό κομμάτι, θα απλώνανε μερικές σειρές φωτοβολταϊκά, όπως και στην ταράτσα του σπιτιού κι έτσι θα εξασφαλίζανε ένα καλό εισόδημα, δίχως να κάνουνε καμιά ζημιά στο περιβάλλον. Απεναντίας.
«Δεν μας φτάνει που ζούμε μέσα σε ένα ξενοδοχείο και που έχουμε γίνει πλύστρες για να βγάζουμε λεφτά και να αγοράζουμε όσα ο παππούς παρήγαγε ο ίδιος, δεν μας φτάνει που κάναμε το κτήμα μας τσιμέντο και το πηγάδι μας το γεμίσαμε λύματα, δε μας φτάνει που πετάξαμε τους σπόρους και δεν έχουμε να φάμε μια ντομάτα, αλλά τρώμε μόνο τα μεταλλαγμένα που μας πουλάνε, τώρα θέλετε να γίνουμε και ποντικοί, να ζούμε ανάμεσα στα μηχανήματα ενός εργοστασίου που θα παράγει ενέργεια;» τους είπε ο μικρός και σηκώθηκε να φύγει από το συμβούλιο νευριασμένος.
Ο πατέρας προσπάθησε να τον συγκρατήσει. «Πρέπει να γίνεις λίγο πιο φιλοεπενδυτικός», του είπε. «Δεν είναι δυνατόν να πορεύεσαι με τόσο παλιά μυαλά. Ούτε γυναίκα δεν θα βρεις ποτέ σου… Ο κόσμος πάει μπροστά κι εσύ πίσω. Εξάλλου, είναι οικολογικά όλα αυτά που θα κάνουμε». Μάταια όμως. Ο μικρός δεν πείστηκε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και τίποτε. Αφού δεν ήθελε να φύγει μετανάστης και να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του, μια λύση μονάχα του απόμενε. Να παραμείνει εκεί και να υπομένει τις συνέπειες των αποφάσεων της πλειοψηφίας, αντιστεκόμενος όσο μπορούσε για να τις μετριάσει.
Στον επόμενο ιστορικό κύκλο, που θα κλείσει μετά από λίγες δεκαετίες πάλι, το οικονομικό αυτό σύστημα, τα εγγόνια του πατέρα, τα παιδιά των παιδιών του, τα οποία θα έχουνε γεννηθεί και μεγαλώσει μέσα σε ένα κτήμα που βουίζει και γυαλίζει παράγοντας ενέργεια, η οποία με καλώδια φεύγει προς άγνωστη κατεύθυνση, τα παιδιά που θα νομίζουν ότι στη γη σπέρνεις προπέλες και καθρέφτες μαύρους, τα παιδιά που θα ‘χουν για αδέλφια τον καρκίνο και τη λευχαιμία, τα παιδιά που θα γεννηθούνε δανεισμένα και θα πεθάνουνε χρεωμένα, δεν θα έχουνε ούτε χώρο πια στο κτήμα τους για άλλου είδους ανάπτυξη, έστω και παρόμοια, ούτε τον τρόπο, τον χώρο, τα υλικά και τις γνώσεις για να γυρίσουνε πίσω, να το ξανακάνουνε, όπως το είχε ο προπαππούς τους, και τουλάχιστον να τρώνε κάτι από αυτό.
Και είναι βέβαιον ότι μια μέρα θα μνημονέψει κάποιο από τα παιδιά εκείνον τον παράξενο θείο, που έμεινε μαγκούφης κι άκληρος, που μιλούσε ακαταλαβίστικα, που ολημερίς έλεγε για κάτι σπόρους και για κάτι νερά που τρέχουνε από ένα μαγκανοπήγαδο και κελαρύζουνε στα αυλάκια του περιβολιού, για έναν κότσυφα που κελαηδούσε αλαφιασμένα σαν τρόμαζε και πετάριζε απ’ τα κλαριά του δέντρου κι όλοι τον ακούγανε και λέγανε πίσω από τις χούφτες τους πως δεν στέκει στα καλά του ο άνθρωπος
.

Ένα θαυμάσιο βιβλίο


Ένα θαυμάσιο βιβλίο είναι "Η αδικία που πληγώνει", του παιδοψυχίατρου-Ψυχοθεραπευτή Δημήτρη Καραγιάννη.
Παραθέτουμε δύο χαρακτηριστικά κείμενα:

Η αγωνία της δικαίωσης και η πίκρα από την «αδικία» οδηγεί ικανούς ανθρώπους να εγκλωβίζονται στο γεγονός που τους πλήγωσε και να στερούνται την ευτυχία και την ελευθερία. Η διαρκής ενασχόληση με την αδικία που βίωσαν τους κάνει να αποσύρονται στον εαυτό τους, να χάνουν το ενδιαφέρον τους για τη ζωή και τελικά να οδηγούνται στην κατάθλιψη.
Η αίσθηση της αδικίας πληγώνει τον ψυχικό κόσμο. Καταστρέφει την επιθυμία για ζωή, για χαρά, για συνάντηση με τους άλλους. Ορθώνει ένα κάστρο για να προστατεύσει, αλλά τελικά φυλακίζει την ύπαρξη.
Η αίσθηση αδικίας είναι βαρίδι, που δεν επιτρέπει την ελευθερία του πετάγματος. Είναι άγκυρα, που καθηλώνει στη σιγουριά της αυτοδικαίωσης και δεν επιτρέπει το άνοιγμα στο πέλαγος της ζωής. Είναι κελί απομόνωσης, που σε κρατά δέσμιο της πίκρας και της απογοήτευσης.
Η πίκρα από την αδικία απαγορεύει κάθε είδους άλλη ευχαρίστηση, εκτός από τη δική της ηδονή. Ζητάει την αποκλειστικότητα στην ύπαρξη. Είναι έρημος, που καθιστά αδύνατη την ύπαρξη ζωής.
Στην απονομή δικαιοσύνης νικητής βγαίνει όποιος αποδείξει ότι είναι το θύμα. Ο μηνυτής πρέπει να αποδείξει ότι έχει υποστεί βλάβη από τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδείξει ότι αδίκως κατηγορήθηκε. Μετά το τέλος της δίκης, θα πανηγυρίζει εκείνος που στη ζωή είναι ο χαμένος.
Η νοοτροπία αυτή έχει περάσει στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, με οδυνηρό αποτέλεσμα: αντί να παλεύουν για να δημιουργήσουν όρους ευτυχίας, να δυστυχούν, δίνοντας μάχες, προκειμένου να αποδειχθεί ότι έχουν αδικηθεί. Κυριαρχεί η απογοήτευση, η κούραση και η αίσθηση αδικίας. Η επικοινωνία καταστρέφεται στους παράλληλους μονολόγους, που αποδεικνύουν την απογοήτευση από τις διαπροσωπικές σχέσεις
.

Οι άνθρωποι μπορούν να αλλάξουν, όταν έχουν προσωπικούς λόγους για να το πετύχουν.
Οι άνθρωποι είναι δυνατόν να αλλάξουν, όταν ξεφύγουν από την καταγγελία των συνθηκών που ευθύνονται για τα προβλήματά τους.
Οι άνθρωποι είναι δυνατόν να αλλάξουν, όταν σταματήσουν να στρέφονται κατά των άλλων και αναλάβουν την ευθύνη για τη ζωή τους.
Οι άνθρωποι είναι δυνατόν να αλλάξουν, όταν συνειδητοποιήσουν την τρομερή ισχύ των επαναλαμβανόμενων προτύπων συμπεριφοράς που διέπουν τις ανθρώπινες σχέσεις και αποφασίσουν να σπάσουν τα φοβερά δεσμά τους.
Οι άνθρωποι είναι δυνατόν να αλλάξουν, όταν δεν περιμένουν τις μαγικές αλλαγές στη ζωή τους, αλλά θεωρούν ότι οι ίδιοι θα τις επιφέρουν.
Οι άνθρωποι είναι δυνατόν να αλλάξουν, όταν δεν προσφεύγουν στη θεραπεία για να λάβουν τη μαγική συνταγή, αλλά αναλαμβάνουν να συμμετάσχουν ενεργά στη θεραπεία τους.
Οι άνθρωποι είναι δυνατόν να αλλάξουν, όταν δεν κλείνονται στα όρια της ατομικότητάς τους, αλλά ανοίγονται προς τους άλλους.
Τελικά, οι άνθρωποι είναι δυνατόν να αλλάξουν, όταν αγαπήσουν όχι συναισθηματικά, αλλά οντολογικά, με όλη τους την ύπαρξη. Είναι η αγάπη που αλλάζει τους ανθρώπους.
Η αυθεντική αγάπη που τους προσφέρθηκε δίχως προϋποθέσεις και η αυθεντική αγάπη που ένιωσαν εκείνοι για κάποιον άλλο, τους επέτρεψε να ξεφύγουν από την πληγωμένη ατομικότητά τους
.

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Καιρός για κλάδεμα



Το κλάδεμα που γίνεται κάθε χειμώνα σα σκοπό έχει την ισορροπία μεταξύ των φυτικών και αναπαραγωγικών οργάνων του. Με αυτόν τον τρόπο γίνεται προσπάθεια ώστε να εξασφαλιστεί κάθε χρόνο μια καλή και ποιοτική παραγωγή χωρίς να μειώνεται η ζωτικότητα του φυτού.
Βασικές αρχές του κλαδέματος.
1) Το αμπέλι ακροβλαστεί και ακροκαρπεί. Αν αφήσουμε δύο κληματίδες μία με 20 μάτια και μία με δύο μάτια τότε, στην πρώτη θα πετάξει μόνο από τα τελευταία μάτια, απ’ όπου και θα καρποφορήσει, ενώ στην δεύτερη θα πετάξει και θα καρποφορήσει στα δύο μάτια που αφήσαμε.
2) Πετάνε τα μάτια που βρίσκονται ψηλότερα. Αν μία κληματίδα με δέκα μάτια την καμπυλώσουμε, έτσι ώστε κάποια μάτια να είναι ψηλότερα από τα άλλα, τότε αυτά θα πετάξουν τους ζωηρότερους βλαστούς.
3) Το ποια μάτια είναι γόνιμα εξαρτάται από την ποικιλία. Άλλες ποικιλίες δέχονται αυστηρό κλάδεμα στα δύο μάτια έχοντας τα γόνιμα (π.χ. κορινθιακή σταφίδα, σαββατιανό), ενώ άλλες (π.χ. η σουλτανίνα) δεν έχουν γόνιμα τα τρία πρώτα μάτια .
Ανάλογα με την ηλικία και την κατάσταση του πρέμνου, διακρίνουμε το κλάδεμα σε :
κλάδεμα διαμόρφωσης και
κλάδεμα καρποφορίας

Ποιος έχει ποιον;

Βάδιζε αφηρημένα στο δρόμο, όταν άξαφνα το είδε. Ήταν ένα θεόρατο και όμορφο βουνό από χρυσάφι. Ο ήλιος το έλουζε και η επιφάνειά του έστελνε πολύχρωμες ανταύγειες, που το έκαναν να μοιάζει με διαστημικό αντικείμενο βγαλμένο από ταινία του Steven Spielberg. Το κοίταξε για
λίγο υπνωτισμένος. "Ανήκει, άραγε, σε κάποιον;" συλλογίστηκε. Κοίταξε ολόγυρα, αλλά δεν είδε κανέναν.
Τελικά, πλησίασε και το άγγιξε. Ήταν ζεστό. Πέρασε τα δάχτυλά του στην επιφάνεια κι ένιωσε πως η απαλότητά του στην αφή ήταν ανάλογη της λάμψης και της ομορφιάς του. "Το θέλω δικό μου", σκέφτηκε. Το πήρε στην αγκαλιά του και βγήκε έξω απ' την πόλη. Μαγεμένος, μπήκε τελικά σ' ένα δάσος και κατευθύνθηκε σ' ένα ξέφωτο. Εκεί, κάτω απ' τον ήλιο του απογεύματος τοποθέτησε το χρυσάφι με προσοχή στο χορτάρι κι έκατσε να το θαυμάσει. "Είναι η πρώτη φορά που έχω κάτι πολύτιμο μόνο για μένα. Κάτι δικό μου. Μόνο δικό μου!"
-σκέφτηκαν και οι δύο ταυτοχρόνως"....

Όταν κατέχουμε κάτι και γινόμαστε εξαρτημένοι σκλάβοι του, τότε ποιος ανήκει σε ποιον; Ποιος έχει ποιον;
απόσπασμα απ'το βιβλίο "Να σου πω μια ιστορία" του Χόρχε Μπούκαϊ, εκδ. opera animus

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

Αλογατάρης

Στα βουνά του Ζαγορίου (φωτ. Κώστα Μπαλάφα)

Αλογατάρης

Να είσαι δίπλα και κοντά, πλησίον στον Κόσμο,
κοντά στα πάντα, στην αλήθεια Αυτού Που Υπάρχει
και όχι στα φαντάσματα της μονωμένης σκέψης.
Να ‘σαι κοντά, να ξέρεις να ζυγώνεις,
όπως ο Αλογατάρης τ’ άγριο τ’ άλογο,
βαδίζοντας αργά, δίπλα σ’ εκείνο.
Κι ας λεν ότι παράλληλες γραμμές δε συναντιούνται.
Βίοι παράλληλοι, ζωές που συμπονιούνται.
Και μια στιγμή, όταν ο Άλλος σε γνωρίζει,
τότε σιγά-σιγά σιμώνει ο Αλογατάρης,
χωρίς μπροστά να πάψει να βαδίζει,
χωρίς καθόλου να βιαστεί να πλησιάσει,
χωρίς το βλέμμα του στον Άλλο να το στρέψει.
Μιμούμενος τον τρόπο Αυτού Που Υπάρχει,
που, όπως η πρωινή δροσιά της λίμνης
κάθεται πάνω στα μαλλιά, πάνω στα ρούχα,
έτσι κι αυτός που ξέρει τ’ άλογο να νιώθει,
όταν κοντά του φτάνει, το χαϊδεύει.
Και τ’ άλογο το δέχεται αυτό το χάδι
όχι για την απόλαυση που νιώθει,
αλλά για την Αλήθεια του χαδιού κι όλης τη Ζήσης,
γι’ αυτόν τον Τρόπο που όλα αξίζουν να υπάρχουν
γι’ αυτόν τον Τρόπο που γεννά το γέλιο και το δάκρυ
που τρέφεται απ’ αυτά, ζει και γεννάει.

Βαγγέλης, 2 του Τρυγητή του ‘11